ΤΟ «ΜΟΝΑΡΧΙΑΝΙΚΟ» ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ «ΣΥΝΟΔΟΥ» ΤΟΥ ΚΟΛΥΜΠΑΡΙΟΥ ΩΣ ΚΑΤΕΞΟΧΗΝ ΔΙΑΣΠΑΣΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΣΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Ἰωάννης Μαρκάς
Μ.Δ.Ε. Δογματικῆς Θεολογίας Α.Π.Θ.
ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΜΕΡΙΔΑ ΜΕ ΘΕΜΑ: ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ
ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ - ΚΥΡΙΑΚΗ 3 ΜΑΪΟΥ 2026
ΕΣΤΙΑ ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ
Σεβαστοὶ Πατέρες,
Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοὶ καὶ φίλοι τῆς Ε. Π. Μ. ,
Χριστὸς Ἀνέστη!
Ὅταν τὸ 2007, ὁ πρὸ τριετίας ἀποθανὼν Μητροπολίτης Περγάμου, Ἰωάννης Ζηζιούλας, συνέταξε καὶ παρουσίασε γιὰ λογαριασμὸ τῆς «Μικτῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Θεολογικοῦ Διάλογου μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ Παπικῶν», τὸ γνωστὸ «Κείμενο τῆς Ραβέννας» (ἕνα κείμενο ποὺ εἶχε ἀναιρέσει ἐπιτυχῶς μεταξὺ πολλῶν ἄλλων ἔγκριτων θεολόγων κι ὁ μακαριστὸς πατὴρ Σαράντης[1] - αἰωνία του ἡ μνήμη!), οὐσιαστικὰ ἐρχόταν σὲ μία κρίσιμη καμπὴ τοῦ «θεολογικοῦ διαλόγου» νὰ κατοχυρώσει σὲ πρῶτο βαθμὸ τὴν (ἀποδεχθεῖσα ἀπὸ τὴ «Β΄ Βατικανὴ Σύνοδο») θεωρία του π. Νικολάου Afanassieff, περὶ «εὐχαριστιακῆς ἐκκλησιολογίας»[2] ,
καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ καλύψει τὸ κενὸ ποὺ εἶχε ἀφήσει στὴν οἰκουμενιστικὴ θεολογία του ὁ Afanassieff, ποὺ ἀφοροῦσε τὸ «παγκόσμιο πρωτεῖο» τοῦ Πάπα. Τούτη τὴν ἐργολαβικὴ διεκπεραίωση, τῆς νομιμοποίησης τοῦ παπικοῦ «πρωτείου ἐξουσίας», τὴν ἐπέτυχε ὁ Ζηζιούλας ἐνεργῶντας σαφῶς κατὰ τρόπο ἀντικανονικό, καθὼς μὲ μιὰ ἔξοχη «μεταπατερική», ἢ μᾶλλον «μετά - ἀποστολικὴ» μαεστρία, παρερμήνευσε σκοπίμως τὴ διάταξη τοῦ 34ου Ἀποστολικοῦ Κανόνα ποὺ κάνει λόγο γιὰ «πρῶτο τῇ τάξει σὲ ἐπαρχιακὸ (τοπικὸ) ἐπίπεδο»[3] , καὶ τὴν ἐπέκτεινε αὐθαίρετα σὲ διοίκηση «παγκοσμίου ἐπιπέδου».
Ὡς «θεολογικὴ» τεκμηρίωση αὐτῆς τῆς ἀντικανονικῆς ἀβελτηρίας προέταξε τὴν αἱρετικὴ διδασκαλία τῆς «ἐνδοτριαδικῆς μοναρχίας», ποὺ προβάλλει τὴν κυριαρχικὴ καὶ ὑπεροχικὴ θέση τοῦ Θεοῦ Πατέρα εἰς βάρος τῶν δύο ἄλλων Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδας, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ βολικοῦ ἀρειανικοῦ ἀφηγήματος, ὁ Ζηζιούλας διατύπωσε τὴν ἄποψη πώς, ὅπως ὁ Θεὸς Πατέρας εἶναι «πρῶτος τῇ τάξει» στὴν Ἁγία Τριάδα, ἔτσι καὶ ὁ ἐπίσκοπος εἶναι «πρῶτος τῇ τάξει» στὴν Ἐκκλησία. Στὸ «Κείμενο τῆς Ραβέννας», αὐτὴ ἡ τριαδολογικὴ αἵρεση ποὺ καταλήγει σὲ βαρύτατη ἐκκλησιολογικὴ ἐκτροπή, ἀποτυπώθηκε ξεκάθαρα καὶ προβλήθηκε θεσμικὰ ἐκ μέρους του τότε Περγάμου, πλὴν ὅμως, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ σχετικῶς ὁ ὁμότιμος καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ., Γεώργιος Μαρτζέλος, τὸ ἀρειανικὴς φύσεως σκεπτικό του, δὲν ἦταν μία καινοφανὴς σύλληψη τῆς στιγμῆς, ἀλλὰ μᾶλλον ἀποτέλεσε τὴν κορύφωση τῆς ἐκκλησιολογικῆς του σκέψης, ἡ ὁποία διέτρεξε καὶ τὰ τέσσερα κοινὰ κείμενα τοῦ θεολογικοῦ αὐτοῦ διαλόγου, ἤτοι ἀπὸ τὸ «Κείμενο τοῦ Μονάχου» (1982) μέχρι καὶ τὸ «Κείμενο τῆς Ραβέννας» (2007)[4] .
Καθιερώνοντας ἐπισήμως λοιπόν, στὸ πλαίσιο τῶν διμερῶν θεολογικῶν διαλόγων Ὀρθοδόξων-Παπικῶν, τὴν αἱρετικὴ διδασκαλία περὶ «μοναρχίας τοῦ Πατρὸς» (ἑρμηνεύοντας ἐσφαλμένα τὸν ὅρο «μοναρχία», οὐχὶ ὡς ἀρχὴ καὶ αἴτιο ὑπάρξεως τῶν δύο ἄλλων Προσώπων -ὁ Πατὴρ ὡς πηγὴ τῆς Θεότητας, γεννᾶ τὸν Υἱὸ καὶ ἐκπορεύει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον- ποὺ εἶναι τὸ ὀρθόν, ἀλλὰ ὡς χρονικὴ ἀρχὴ προϋπάρξεως καὶ δεσποτείας σὲ βάρος τῶν ἄλλων δύο), ὁ θεολογικὸς παραβάτης Ζηζιούλας θέλησε νὰ πετύχει τὴν «θεολογικὴ» κατοχύρωση ἑνὸς παγκόσμιου πρωτείου (ἐξουσίας), μὲ δύο συνιστῶσες: ἕνα «γενικὸ» γιὰ τὸν Πάπα Ρώμης, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ ὑποταχθεῖ σύμπασα ἡ χριστιανικὴ οἰκουμένη, καὶ ἕνα «εἰδικὸ» γιὰ τὸν Πατριάρχη, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ ὑποταχθοῦν ὅλες οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες κάτω ἀπὸ τὸν δικό τους «πρῶτο», κάτω ἀπὸ ἕναν «Πάπα τῆς Ἀνατολῆς» δηλαδή!
Ἡ δυναμικὴ ἀντίδραση (κυρίως) τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας[5] φάνηκε νὰ ἀναστέλλει τὴν ἰσχὺ τοῦ «Κειμένου της Ραβέννας», ὅμως ἑπτὰ χρόνια ἀργότερα, ἐν ὄψει ἐπικείμενων γεωπολιτικῶν ἐξελίξεων καὶ προαποφασισμένων ἀνακατατάξεων (ὅπως ἀποδείχτηκε λίαν συντόμως, ἰδίως μὲ τὸ ἀνακῦψαν ζήτημα τῆς Οὐκρανίας καὶ τὸ αἱματηρὸ πολιτικὸ πραξικόπημα μὲ τὰ γνωστὰ γεγονότα στὴν πλατεῖα Μαϊντάν του Κιέβου), ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Φαναρίου ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ Ἰωάννη Ζηζιούλα ἐπανέκαμψε δυναμικότερα στὸ Ἀμμάν της Ἰορδανίας, ὅπου, ἀπὸ τὶς 15-23/09/2014, συνῆλθε ἡ ΙΓ’ συνάντηση τῆς «Μικτῆς Ἐπιτροπῆς» Ὀρθοδόξων-Παπικῶν, ἡ ὁποία εἶχε ὡς θέμα «Συνοδικότητα καὶ Πρωτεῖο».
Ἐκεῖ λοιπόν, τέθηκε γιὰ πρώτη φορὰ μὲ ἔνταση καὶ ἀποφασιστικότητα, ζήτημα ἀντίστοιχου παπικοῦ πρωτείου γιὰ τὸν Ὀρθόδοξο Πατριάρχη, παρόμοιο δηλαδὴ μὲ αὐτὸ τοῦ Πάπα Ρώμης. Ἡ ἔκπληξη ὅμως ἐκ μέρους τῆς παπικῆς ἀντιπροσωπείας δὲν ἦταν τόσο στὴν ἀποφασιστικὴ διεκδίκηση ἑνὸς «πατριαρχικοῦ πρωτείου» (καθὼς ἡ νομιμοποίηση τοῦ παπικοῦ δόγματος περὶ «πρωτείου ἐξουσίας» κι ἀπὸ πλευρᾶς τῶν Ὀρθοδόξων, ἀσφαλῶς ἱκανοποιοῦσε τὸ Βατικανό), ὅσο στὴν «δογματικὴ» ἐπιχειρηματολογία ποὺ χρησιμοποιήθηκε ὥστε νὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ κατοχύρωση αὐτῆς τῆς προσπάθειας, καθὼς ὁ Ζηζιούλας ἐξέφρασε τὴν ἄποψη ὅτι στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Πάπας καὶ ὁ Πατριάρχης βρίσκονται κατ’ ἀναλογίαν στὴν θέση τοῦ Θεοῦ Πατρὸς στὴν Ἁγία Τριάδα, ὡς «πρῶτοι» δηλαδή! Μπροστὰ σ’ αὐτὴν τὴν αἱρετικὴ θέση τοῦ Μητροπολίτη Περγάμου, ἀκόμα καὶ οἱ παπικοὶ ποὺ εἶναι συνηθισμένοι σὲ αἱρετικὲς ἀκροβασίες, ἔμειναν ἄφωνοι ὑποστηρίζοντας πὼς οἱ ἴδιοι, ὅλους αὐτοὺς τοὺς αἰῶνες, ποτὲ δὲν συνέδεσαν τὸ «πρωτεῖο» μὲ τὴ θέση τοῦ Θεοῦ Πατρὸς στὴν Ἁγία Τριάδα, ἀλλὰ ὅτι ἁπλῶς ἀρκέστηκαν νὰ στηρίξουν τὸ «πρωτεῖο» τους ἐπὶ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου . [6]
Στὸ σημεῖο αὐτὸ νὰ θυμίσουμε πὼς λίγους μόλις μῆνες πρὶν ἀπὸ αὐτὴ τὴ συνάντηση, ὁ τότε Μητροπολίτης Προύσσης, καὶ νῦν Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς, Ἐλπιδοφόρος Λαμπρυνιάδης μὲ τὸ γνωστὸ κείμενό του, «Primus sine paribus: Ἁπάντησις εἰς τὸ πὲρὶ πρωτείου κείμενον τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας»[7] , ποὺ ξεσήκωσε πανορθοδόξως θύελλα ἀντιδράσεων σὲ μία μεγάλη μερίδα τοῦ θεολογικοῦ κόσμου, προϊδέασε γιὰ τὸ τί θὰ ἐπακολουθοῦσε στὸ Ἀμμάν, καθὼς γιὰ πρώτη φορὰ τόσο ἀνοιχτὰ καὶ προκλητικά, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ "primus inter pares" («πρῶτος μεταξὺ ἰσων»), ἀνακηρύχθηκε σὲ "primus sine paribus" («πρῶτος ἄνευ ἴσων»). Μὲ τὴ γνωστὴ κοπτοραπτικὴ μέθοδο ποὺ χρησιμοποιοῦν οἱ αἱρετικοί, στὸ ἀπαράδεκτο αὐτὸ κείμενο ἐξ ἐπόψεως Ὀρθοδόξου, ὁ Ἐλπιδοφόρος Λαμπρυνιάδης, μεταξὺ ἀρκετῶν ἄλλων παραποιημένων ἐπιχειρημάτων, ἔλαβε αὐτονομημένα καὶ μία ὀρθὴ θέση περὶ «μοναρχίας» τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου («Ἡμῖν δὲ μοναρχία τὸ τιμώμενον»[8] ), τὸ ὁποῖο ἀναφέρεται στὴν μοναρχία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ (τὴ μοναρχία ποὺ συγκροτοῦν δηλαδὴ καὶ τὰ τρία Πρόσωπα, ὡς ἕνας Θεός), τὴν ἀπομείωσε καὶ τὴν ἀπέδωσε ἀποκλειστικὰ στὸν Θεὸ Πατέρα.
Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἀπαράδεκτη θέση περὶ «μοναρχίας τοῦ Πατρός», ποὺ ἀποσκοπεῖ στὴν καθιέρωση μιᾶς «ἐκκλησιαστικῆς μοναρχίας» στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὑπὸ ἑνὸς «πρώτου» Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ἔγινε προσπάθεια ἐκ μέρους τῶν Φαναριωτῶν νὰ ἐπιβληθεῖ στὴν διάσκεψη τοῦ Ἀμμὰν καὶ στοὺς λοιποὺς ἀντιπροσώπους τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Πολὺ γρήγορα κατέστη σαφὲς μεταξὺ τῶν συνέδρων, ὅτι ἡ ἐπιλογὴ τοῦ τίτλου τῆς διασκέψεως, «Συνοδικότητα καὶ Πρωτεῖο», στὴν πραγματικότητα ἔβρισκε τὴν ἑρμηνεία του στὴν ὑποχωρητικότητα τῆς «συνοδικότητας», ὅπως αὐτὴ ἑρμηνεύεται ἐξ ἐπόψεως Ὀρθοδόξου, καὶ ἀντιστρόφως στὴν ἀδήριτη ἀνάγκη ἐνίσχυσης τοῦ ἑκάστοτε «πρώτου» στὴν Ὀρθοδοξία, χρησιμοποιῶντας ἐπὶ τῆς οὐσίας τὸν θεσμὸ τῆς συνόδου ὡς καμουφλάζ. Ἀποκρυστάλλωνε ἐν ὀλίγοις τὴ νέα «περὶ Πρωτείου» θεωρία τοῦ Ἰωάννη Ζηζιούλα, ὅτι «ἡ ἑνότης "πραγματοποιεῖται" ἐν τῷ προσὼπῳ τοῦ ἐπισκόπου, ἑπομένως τὸ πλήρωμα τῆς ἑνότητος βρίσκει τὴν ἔκφρασή της μόνον ἐν συνόδῳ, ἐγγυητὴς δὲ αὐτῆς τῆς ἑνότητος καθίσταται ὁ "πρῶτος", τῆς συνόδου!»[9]
Ἐπὶ τῶν θέσεων αὐτῶν, τῶν Μητροπολιτῶν Περγάμου καὶ Προύσσης, πολὺ ὀρθὰ ἀντέδρασαν μὲ σχετικὸ Ὑπόμνημά τους πρὸς τὴν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδας τὸ 2014, πέντε Μητροπολῖτες (ὁ Κυθήρων Σεραφεὶμ καὶ οἱ μακαριστοὶ πλέον Κονίτσης Ἀνδρέας, Γόρτυνος Ἰερεμίας, Αἰτωλοακαρνανίας Κοσμᾶς καὶ Γλυφάδας Παῦλος-αἰωνία τους ἡ μνήμη!), ἐπισημαίνοντας τὸ αὐτονόητο, ὅτι δηλαδὴ ἐντὸς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δὲν δύναται νὰ νομιμοποιηθεῖ κανένα «πρωτεῖο ἐξουσίας», ἀλλὰ κι ἂν αὐτὸ μποροῦσε μὲ κάποιο τρόπο νὰ «οἰκονομηθεῖ», δὲν θὰ μποροῦσε νὰ σταθεῖ στὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Πατέρα, καθὼς κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ὁ Θεὸς Πατέρας, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε ἐνανθρώπισε. Μὲ ἁπλᾶ λόγια, σὲ ὁλόκληρη τὴν δισχιλιετῆ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, σὲ καμμία περίπτωση δὲν συνδέθηκε ἡ διοίκησή της μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα, καθὼς ἡ θεμελίωσή της εἶναι χριστολογικὴ· «θεμέλιον γὰρ ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὃς ἐστιν Ἰησοῦς Χριστός.», θὰ πεῖ στοὺς Κορινθίους ὁ Ἀπόστολος Παῦλος . [10]
Ὅσον δὲ εἰδικότερα γιὰ τὴ «νέα συνοδικότητα» ὑπὸ ἑνὸς «πρώτου», ποὺ προσπαθεῖ νὰ εἰσάγει ὁ Ἰωάννης Ζηζιούλας στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, οἱ πέντε Μητροπολῖτες, ἀπαντῶντας στὸν Ἐλπιδοφόρο Λαμπρυνιάδη καὶ στὸ κείμενό του, τοῦ παραδίδουν στοιχειώδη μαθήματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας, λέγοντάς του ὅτι «λαμβάνει τὰς ἐνδοτριαδικὰς σχέσεις ὡς τὸ πρωτότυπον τῆς Ἐπισκοπικῆς Συνόδου· ὅμως εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα ὁ Πατὴρ εἶναι ἡ «ὑπεράρχιος ἀρχή», ἡ «θεογόνος καὶ πηγαία θεότης», ἐπειδὴ εἶναι Γεννήτωρ τοῦ Υἱοῦ καὶ Προβολεὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀντιθέτως, εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν Σύνοδον, ὁ Πρῶτος ἀναδεικνύεται (καὶ καθαιρεῖται) ὑπὸ τῆς Συνόδου, ἄρα ἡ Σύνοδος εἶναι ἡ «πηγὴ» τοῦ ἐν Αὐτῇ Πρώτου καὶ ὄχι τὸ ἀντίθετον, τὸ ὁποῖον προκύπτει καὶ ἱστορικῶς: ὁ Κύριος ἀναληφθεὶς κατέλιπεν ἐμπνεομένην ὑπὸ τοῦ Πνεύματος τῆς Πεντηκοστῆς Σύνοδον ἰσοτίμων Ἀποστόλων καὶ ὄχι τινὰ Πρῶτον.» [11]
Παρ’ ὅλες τὶς ἀντιδράσεις ποὺ καταγράφησαν, σχετικὰ μὲ τὴν μείξη τῶν ἀμείκτων ὅρων «συνοδικότητα» καὶ «πρωτεῖο», δύο χρόνια μετά, τὸ 2016 στὸ Κολυμπάρι τῆς Κρήτης, ἡ «μοναρχιανικὴ» θεολογία τοῦ Μητροπολίτου Περγάμου ἦταν «πανταχοῦ παροῦσα». Ἐκεῖ ἦταν ἡ στιγμή, ποὺ τὸ Φανάρι βρῆκε τὴν εὐκαιρία καὶ φανέρωσε στὴν πράξη τό πῶς πρέπει νὰ λαμβάνονται οἱ ἀποφάσεις σὲ «πανορθόδοξο ἐπίπεδο», ἐπιβάλλοντας ἕνα «νέο εἶδος συνόδου», ὅπως πολὺ εὔστοχα περιέγραψε τὴν «Σύνοδο» τοῦ Κολυμπαρίου, ὁ πρὸ ἔτους ἀποθανὼν Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας, Ἀναστάσιος, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐναρκτήριας συνεδρίασης . [12]
Τούτη ὅμως ἡ παραδοχὴ περὶ ἑνὸς «νέου εἴδους συνόδου», μὲ τὴν δικαιολογία ποὺ προέβαλε ὁ Ἀλβανίας «ὅτι οἱ ἐποχὲς ἔχουν ἀλλάξει», ἀκύρωσε αὐτομάτως τὸν ὅρο «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος», ὅπως κατ’ εὐφημισμὸν εἶχε ὀνομαστεῖ, καθώς, κατὰ τὴν ἔντιμη θεολογικὴ ἀποτίμησή της, ἡ «Σύνοδος» τοῦ Κολυμπαρίου δὲν ὑπῆρξε τίποτε ἀπὸ τὰ τρία.
Καὶ πρῶτα ἀπὸ ὅλα δὲν ὑπῆρξε «Ἁγία» ἐπειδὴ δὲν ἦταν «ἑπομένη τοῖς ἁγίοις Πατράσι», οὔτε τυπικῶς οὔτε οὐσιαστικῶς. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ δηλαδὴ ποὺ δὲν ἐπικύρωσε φανερὰ τὶς καταδικαστικὲς ἀποφάσεις τῶν προηγούμενων Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἐπὶ τῶν παλαιοτέρων αἱρέσεων, οὔτε τόλμησε νὰ καταδικάσει κάποια νεότερη αἵρεση, μὲ προεξάρχουσα τὴν «παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ»· τὴν ὁποία ἀσφαλῶς ὄχι μόνο δὲν καταδίκασε, ἀλλὰ τὴν ἐπαίνεσε καὶ τὴ νομιμοποίησε στὰ πλαίσια τῆς βλάσφημης «νέας ἐκκλησιολογίας τοῦ Φαναρίου».
«Μεγάλη» δὲν ὑπῆρξε, ὄχι μόνον ἐπειδὴ δὲν ἔδωσαν τὸ παρὼν ὅλες οἱ Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, ἀλλὰ διότι καὶ ὅσες παρέστησαν, οὐσιαστικὰ ἐκπροσωπήθηκαν μόνο ἀπὸ τοὺς προκαθημένους, καθὼς οἱ λοιποὶ Ἀρχιερεῖς ποὺ τοὺς συνόδευαν δὲν εἶχαν δικαίωμα ψήφου καὶ λόγου, μᾶλλον δὲ εἶχαν τὸν ὑποτιμητικὸ ρόλο τῆς ὀρντινάντσας.
Ὡς ἐκ τούτου, γιὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς ἀπορρίπτεται μὲ συνοπτικὲς διαδικασίες καὶ ὁ ὅρος «Σύνοδος», ὡς καταχρηστικὸς τῆς περιστάσεως, μᾶλλον δὲ ταιριάζει περισσότερο ὁ ὅρος «Σύναξη Προκαθημένων», οὔτε κἂν «Τοπικὴ Σύνοδος», ἀφοῦ ἀκόμα καὶ σὲ μία «Τοπικὴ Σύνοδο» συνέρχονται καὶ ψηφίζουν ὅλοι οἱ μετέχοντες σ’ αὐτὴν Ἀρχιερεῖς.
Τὴν ἴδια ἀπορριπτικὴ γνωμοδότηση κατέθεσε, ἀμέσως μετὰ τὴ λήξη τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς τῆς «συνάξεως», καὶ τὸ ἀπέχον Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας, ὅπου ἀρνήθηκε ἀπεριφράστως νὰ ἀναγνωρίσει τὸ Κολυμπάρι ὡς «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο»[13] . Ταυτόσημη ἄποψη ἀναπαρήγαγε κι ἕνας ἐκ τῶν ἐκπροσώπων τῆς Σερβικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁ Μητροπολίτης Μπάτσκας Εἰρηναῖος, ὁ ὁποῖος ἐξέφρασε τὴν ἔντονη δυσαρέσκειά του γιὰ τὸν πρωτοφανῆ τρόπο διεξαγωγῆς τῆς ἐν λόγῳ «συνόδου», καθὼς ὅπως δήλωσε «ἀντὶ τῆς ἀνέκαθεν κρατούσης ἀποστολικῆς καὶ πατροπαραδότου ἀρχῆς "εἰς ἀνήρ – μία ψῆφος" ἴσχυσεν ἡ ἀρχὴ "μία αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία – μία ψῆφος", ὃ ἐστὶ μεθερμηνευόμενον, ὅτι ψηφίζουν μόνον οἱ Προκαθήμενοι τῶν Ἐκκλησιῶν».
Αὐτὴ ἡ καινοφανὴς πρακτικὴ ἔκανε τὸν Μπάτσκας Εἰρηναῖο νὰ χαρακτηρίσει τὴ «σύνοδο» ὡς «σύλλογο Προκαθημένων», καθὼς ἐπὶ τῆς οὐσίας ἐνήργησε ὡς «συλλογικὸς Πάπας»[14] . Στὴν ἴδια γραμμή, ὡς πρὸς τὴν ἀποτίμησή των πεπραγμένων του Κολυμπαρίου, συνέκλινε καὶ ὁ καθηγητὴς (καὶ δάσκαλός μου) τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ., Δημήτριος Τσελεγγίδης, ὁ ὁποῖος σὲ ἔγγραφό του ποὺ ἀπεστάλη πρὸς τὴν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδας, τόνισε ἰδιαιτέρως μεταξὺ πολλῶν ἄλλων ὅτι «αὐτὸ ποῦ ἴσχυσε στὴν παροῦσα «Διάσκεψη» παραπέμπει ἐμμέσως σὲ μία σαφῆ μορφὴ Παπισμοῦ, ἔστω κι ἂν ἡ ψῆφος τῶν Προκαθημένων ἔχει συλλογικὸ χαρακτῆρα...»[15] .
Χάρη σὲ αὐτὸ τὸ πνεῦμα «συλλογικοῦ παπισμοῦ» (κατὰ πολὺ πιὸ περιορισμένου ἀκόμα κι ἀπὸ ἐκεῖνο τῆς «Β΄ Βατικανὴς Συνόδου», ἀφοῦ ἐκεῖ σημειωτέον ψήφισαν ἅπαντες οἱ σύνεδροι!) γιὰ πρώτη φορὰ σὲ «σύνοδο», ποὺ εὐελπιστοῦσε νὰ ἔχει «πανορθόδοξο» χαρακτῆρα, παρακάμφθηκε τὸ "consensus" στὴ λήψη τῶν ἀποφάσεων, καθώς, ὅπως εἶναι εὐκόλως ἐννοούμενο, ἡ ψῆφος μόνον τῶν προκαθημένων ἦταν πολὺ πιὸ εὔκολα χειραγωγίσιμη. Ἔτσι γιὰ παράδειγμα, ἄκρως προβληματικὰ κείμενα, ὅπως τὸ Στ΄ κείμενο μὲ τίτλο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸ κόσμο»[16] , δὲν ὑπῆρχε καμμία περίπτωση νὰ «περάσουν» τὴ διαδικασία, ἐὰν ἴσχυε ἡ πατροπαράδοτη «ἀρχὴ τῆς ὁμοφωνίας» ὡς πρὸς τὴ λήψη «συνοδικῶν ἀποφάσεων». Καὶ τοῦτο διότι τὸ ἐν λόγῳ κείμενο ἀποτελεῖ μία ξεκάθαρη «ὁμολογία πίστεως» ὑπὲρ τῆς «παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ», ἀφοῦ μεταξὺ ἄλλων νομιμοποίησε τὸν ρόλο τοῦ «Π.Σ.Ε.» (ἀρθ. 16) καὶ ἐπέκτεινε τὰ ὅρια τῆς «Ἐκκλησίας» καὶ πρὸς τὴν πλευρὰ τῶν αἱρετικῶν ἐκκλησιῶν τῆς Δύσης (ἀρθ. 19 καὶ 21).
Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, οἱ Ὀρθόδοξοι προκαθήμενοι κατόρθωσαν νὰ ἀναιρέσουν τὸν ἴδιο τους τὸν ἑαυτό, ὅταν ἀπὸ τὴ μία ὁμολόγησαν τὴν πίστη τους στὸ «Σύμβολο Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως», ὅτι δηλαδὴ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δύναται νὰ αὐτοπροσδιορίζεται πὼς εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Ἀποστολικὴ καὶ Καθολική, ἀπὸ τὴν ἄλλη ὅμως, ἀμφισβήτησαν τὴν δυνατότητα ἐκ μέρους της νὰ γνωματεύσει ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς γιὰ τὴν ἐκκλησιολογικὴ κατάσταση τῶν «ἑτεροδόξων ἐκκλησιῶν»! Συντασσόμενοι μὲ τὴν θεολογικῶς διαστροφικὴ προσέγγιση τοῦ Μητροπολίτη Μεσσηνίας, Χρυσόστομου Σαββάτου, ὅτι «ἐκκλησιολογικὰ δὲν μπορεῖ (ἐννοεῖται ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία) νὰ προσδιορίσει ἢ νὰ ἀπορρίψει καμμία ἄλλη ἀντίστοιχη ἐκκλησιαστικὴ πραγματικότητα, ἡ ὁποία εἶναι ἔξω ἀπὸ τὰ ἐκκλησιολογικά της ὅρια», οὔτε «διεκδικεῖ τὴν ἀποκλειστικότητα ὡς πρὸς τὴ χρήση του (ἐνν. τοῦ ὅρου «Ἐκκλησία») καὶ ὡς πρὸς τὸν καθορισμὸ τῆς πραγματικότητας, τὴν ὁποίαν ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο περιγράφει»[17] .
Ἡ θέση αὐτὴ τοῦ Μητροπολίτη Μεσσηνίας ἀπορρίπτεται καθ’ ὁλοκληρίαν, ὡς ἀντιστρατεύουσα, ὄχι μόνον τὴν δογματικὴ συνείδηση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἐπιπλέον τὴν ψυχικὴ καὶ διανοητικὴ ὑγεία τῆς ἀνθρώπινης φυσιολογίας! Καὶ τοῦτο διότι μόνον κάποιος ποὺ βρίσκεται σὲ κατάσταση «ἔξω φρενῶν», ὅπως περιγράφουν τὴν ψυχοπνευματικὴ κατάσταση τῶν αἱρετικῶν οἱ Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, δὲν δύναται νὰ ἀντιληφθεῖ παραχρῆμα πὼς ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁμολογοῦμε στὸ «Σύμβολο τῆς Πίστεως» ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι «Μία καὶ Καθολική», ταυτοχρόνως ἀποκλείεται τὸ ἐνδεχόμενο νὰ εἶναι «μία καὶ διηρημένη»· ἀκριβῶς ἐπειδὴ κάτι τέτοιο ἀποτελεῖ «ἀντίφασις ἐν τοῖς ὅροις» ("contradictio in terminis")!
Ἐπιπροσθέτως μὲ τὸ κείμενο Στ΄, οἱ Ὀρθόδοξοι προκαθήμενοι τῶν δέκα τοπικῶν ἐκκλησιῶν ποὺ παρέστησαν στὸ Κολυμπάρι, νομιμοποίησαν γιὰ λογαριασμό τους, τὶς ἀποφάσεις τῆς Θ΄ Γ. Σ. τοῦ Π.Σ.Ε. στὸ Πόρτο Ἀλέγκρε (2006) καὶ τῆς Ι΄ Γ. Σ. τοῦ Π.Σ.Ε. στὸ Πουσὰν (2013), ἐκεῖ ὅπου οἱ Ὀρθόδοξοι ἐκπρόσωποί τους πρόδωσαν γιὰ πολλοστὴ φορὰ τὸν «Ὅρο Πίστεως» τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (381 μ. Χ.), καθώς, ἀποδεχόμενοι τὴν προτεσταντικὴ θεωρία «περὶ ἀοράτου ἐκκλησίας», τὴν «βαπτισματικὴ θεολογία» καὶ τὴν «θεωρία τῶν κλάδων», ἐξέπεσαν ἀπὸ τὴν δογματικὴ διδασκαλία τοῦ «Συμβόλου τῆς Πίστεως», ποὺ ἀναφέρεται στὴν ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας, καθ’ ἑαυτὴν· «εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν»[18] .
Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,
Δέκα χρόνια μετὰ ἀπὸ τὴ σύγκληση αὐτῆς τῆς ἰδιόρρυθμης «Σύναξης Προκαθημένων», μποροῦμε πλέον μετὰ βεβαιότητας νὰ συμπεράνουμε ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος, ὅτι τὸ «μοναρχιανικὸ» πνεῦμα της, ὅπως αὐτὸ θεμελιώθηκε στὴν «ἐκκλησιολογικὴ σκέψη» τοῦ Ἰωάννη Ζηζιούλα, ἀποτέλεσε τὸ κατ’ ἐξοχὴν διασπαστικὸ στοιχεῖο στὴν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ ἐκκωφαντικὴ ἀπουσία τεσσάρων Πατριαρχείων (Ἀντιοχείας, Ρωσίας, Γεωργίας, Βουλγαρίας) ἀπὸ τὶς ἐργασίες τῆς «Συνόδου» καὶ κυρίως τὸ Σχίσμα ποὺ προκλήθηκε στὴν Οὐκρανία, μόλις δύο χρόνια μετά, μὲ τὴν ἀντικανονικὴ εἰσπήδηση τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως σὲ περιοχὴ ἐκκλησιαστικῆς δικαιοδοσίας τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, ἀπέδειξε περίτρανα ὅτι ὁ «καρπός του Κολυμπαρίου» δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ποὺ διασφαλίζει τὴν ἑνότητα μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ «λοιμικὴ νόσο» τοῦ «πρωτείου ἐξουσίας», ποὺ ἔχει ὀντολογικῶς διασπαστικὸ καὶ ἀνθενωτικὸ χαρακτῆρα.
Ταυτόχρονα, τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, μὲ τὴν ἀλαζονικὴ καὶ περιφρονητική του στάση πρὸς τὴν πλειονότητα τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ποὺ ἀρνήθηκαν (πλὴν τῶν «ἑλληνόφωνων» δυστυχῶς) νὰ συναινέσουν καὶ νὰ συνεργήσουν στὸ «ἐκκλησιολογικὸ πραξικόπημα» ποὺ συντελέστηκε εἰς βάρος τοῦ μαρτυρικοῦ Μητροπολίτου Ὀνουφρίου καὶ τῆς κανονικῆς Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας (UOC), ἔδειξε μὲ ποιό τρόπο ἐννοεῖ τὴν ἑνότητα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Εἶναι οἱ ἴδιοι ποὺ δὲν δίστασαν νὰ παραχαράξουν τὸ «δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδας», γιὰ νὰ δικαιολογήσουν τὸ βλάσφημο καὶ ἀντικανονικὸ «πρωτεῖο ἐξουσίας» τοῦ Πατριάρχη!
Ἀτυχῶς ὅμως γιὰ τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, ἡ «σύνοδος» τοῦ Κολυμπαρίου εἶναι μία ληστρικὴ «σύνοδος» κατὰ τὸ πρότυπο μιᾶς ἄλλης ληστρικῆς «συνόδου» της Φερράρας-Φλωρεντίας, ἐπειδὴ καὶ ἡ τωρινή, ὅπως κι ἐκείνη, ἀφ' ἑνὸς μὲν στερεῖται τοῦ «πανορθοδόξου» χαρακτῆρος, ἀφ' ἑτέρου δὲ ἀντικρούει στὴ δογματικὴ συνείδηση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψιν μία ἀμφιλεγόμενη καὶ παρεξηγημένη δήλωση τοῦ μακαριστοῦ πατρὸς Βασιλείου Βολουδάκη (αἰωνία του ἡ μνήμη!), ὅτι ἡ «σύνοδος» τοῦ Κολυμπαρίου «ἀπέθανε καὶ ἐτάφη»[19] , ἔχουμε νὰ δηλώσουμε πώς, σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὸν πνευματικὸ ἀντίκτυπο αὐτῆς τῆς «ληστρικῆς» ἀρχιερατικῆς συνάξεως, συμφωνοῦμε ἀπόλυτα.
Τὸ «Κολυμπάρι», εἴτε τὸ θέλουν κάποιοι εἴτε ὄχι, πνευματικῶς εἶναι νεκρὸ καὶ τὸ κουφάρι τοῦ ἐδῶ καὶ μιὰ δεκαετία τὸ περιφέρει ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, κυρίως ἐντὸς τῆς (ὑποτελοῦς στὸ Φανάρι) Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας (ἐκεῖ ποὺ τὸν παίρνει δηλαδὴ νὰ τὸ κάνει), δίδοντας συνεχῶς ὁδηγίες στοὺς «ἐν Ἑλλάδι Μητροπολῖτες» νὰ τὸ «κάνουν νὰ φαίνεται ζωντανό», προπαγανδίζοντας τὸ βλάσφημο μήνυμά του στοὺς πιστούς, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν ἐπιβολὴ τοῦ πατριαρχικοῦ καὶ ἐν γένει ἐπισκοπικοῦ «πρωτείου ἐξουσίας» σὲ κλῆρο καὶ λαό.
Δυστυχῶς, τὰ τελευταῖα χρόνια τούτη ἡ «λοιμικὴ νόσος» τοῦ ἐπισκοπικοῦ «πρωτείου ἐξουσίας», ποὺ διασπείρει τὸ Φανάρι ἔχει λάβει διαστάσεις ἐπιδημίας ἐντὸς τῶν Ἐκκλησιῶν Ἑλλάδας καὶ Κύπρου, μὲ τὴν ἔξαρση ἑνὸς πρωτόγνωρου ἐξτρεμιστικοῦ «ἐπισκοποκεντρισμοῦ», ποὺ ἐκδηλώνεται μὲ τὴν ἀνηλεῆ ἐπίδειξη δύναμης ποὺ προβάλλουν τινὲς τῶν Ἐπισκόπων ἀπέναντι σὲ ὅσους τολμήσουν νὰ ἀντιδράσουν στὶς ἀντορθόδοξες καὶ μεταπατερικὲς αὐθαιρεσίες τους. Εἴτε πρόκειται γιὰ ἀνυπότακτους στὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀρχιερεῖς καὶ κληρικοὺς (βλ. ἰδιαίτερα τὴν φοβερὴ σὲ ἀγριότητα, πραξικοπηματικὴ καθαίρεση τοῦ κανονικοῦ Μητροπολίτη Πάφου, Τυχικοῦ, ἀπὸ τὸν ὁποῖον οἱ διῶκτες του ἀπαιτοῦν ἐκβιαστικὰ πρὶν καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα νὰ «ἀναγνωρίσει» τὸ «Κολυμπάρι»), εἴτε ἀφορᾶ τὸν πιστὸ λαὸ πού, κόντρα στὸ πνεῦμα ἀποστασίας καὶ ἀδιαφορίας τῆς σημερινῆς ἐποχῆς, ἐπιλέγει μὲ κόστος νὰ βρίσκεται σὲ πνευματικὴ ἐγρήγορση ἀπέναντι σὲ κάθε ἐπισκοπικὴ αὐθαιρεσία (βλ. χαρακτηριστικὰ τὴν ἀλαζονικὴ συμπεριφορὰ τοῦ Μητροπολίτη Περιστερίου, Γρηγόριου, ὁ ὁποῖος μὴ λογαριάζοντας οὔτε τοὺς πιστοὺς τῆς ἐπαρχίας του, οὔτε τὴν σχετικὴ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐξέβαλε τὸν Σταυρὸ ποὺ βρισκόταν πίσω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα, ἐπειδὴ «ἔτσι ἔκρινε ὁ ἴδιος ὡς Ἐπίσκοπος»!).
Ὅλα αὐτὰ τὰ περιστατικὰ δεσποτικῆς ἀπολυταρχίας καὶ αὐθαιρεσίας, εἶναι τὸ συμπεριληπτικὸ ἀπαύγασμα τοῦ μηνύματος τῆς «ἐκκλησιαστικῆς μοναρχίας» τοῦ Ἰωάννη Ζηζιούλα, ποὺ ἐπικυρώθηκε στὸ Κολυμπάρι, καὶ ποὺ δηλώνει urbi et orbi ὅτι μπροστὰ στὶς ἀποφάσεις τοῦ ἑκάστοτε στὴν ἱεραρχία «πρώτου», εἴτε σὲ «παγκόσμιο» εἴτε σὲ «ἐπαρχιακὸ» ἐπίπεδο, ἡ «συνοδικότητα» πρέπει νὰ ὑποχωρεῖ. Ἐν τέλει, πρόκειται γιὰ τό -θεολογικῶς- ἀπονενοημένο διάβημα τῆς βλάσφημης «νέας ἐκκλησιολογίας τοῦ Φαναρίου», ποὺ διαχέεται «ἀπὸ τὰ πάνω πρὸς τὰ κάτω», δοκιμάζοντας καὶ τὴν ἑνότητα τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ διαβρωτικοῦ «μοναρχιανικοῦ» πνεύματος, πολλοὶ Ἐπίσκοποι σήμερα αὐθαιρετοῦν, διαπράττοντας κυριολεκτικὰ ὅποια καινοτομία θέλουν, χωρὶς νὰ λογοδοτοῦν πουθενά. Ἀκόμα κι ἂν ἔχει ἀποφανθεῖ (ἔστω καὶ γιὰ τοὺς «τύπους»!) ἡ «τοπικὴ σύνοδος» διαφορετικά.
Στὸ σημεῖο αὐτὸ ὅμως θὰ ὁλοκληρώσουμε τὴν παροῦσα εἰσήγηση (λόγῳ καὶ ὑπέρβασης τοῦ χρόνου), τονίζοντας ὅτι, παρὰ τὶς σημερινὲς ἀντίξοες ἐκκλησιολογικὲς συνθῆκες, ποὺ μόλις περιγράψαμε, ὡς πιστοὶ πρέπει νὰ ἔχουμε πάντοτε κατὰ νοῦ καὶ ταυτόχρονα νὰ διακατεχόμαστε ἀπὸ ρεαλιστικὴ αἰσιοδοξία καὶ βεβαιότητα πὼς ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς φυλάει καὶ ἐπιβλέπει τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ κάθε εἴδους αὐθαιρεσία, καθὼς Ἐκεῖνος εἶναι ὁ Δομήτωρ καὶ ἡ Κεφαλὴ αὐτῆς, καὶ ὡς ἐκ τούτου Ἐκεῖνος εἶναι ποὺ ἐγγυᾶται τὴν ἑνότητα τῶν μελῶν της ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ὅταν φυσικὰ τὰ μέλη τοῦ πληρώματος ὀρθοτομοὺν τὸν λόγο τῆς Ἀληθείας καὶ εὐθυγραμμίζονται μὲ τὴν δογματικὴ συνείδηση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἀκόμα κι ἄν, κατὰ περιόδους, ἡ διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας παραβιάζει τὴν ὀρθὴ δογματικὴ συνείδηση, ἡ ἑνότητα καθ’ ἑαυτὴν ὡς «καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» παραμένει ἐνεργή, ἐφόσον ὁ πιστὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ, ἔστω κι ἂν εἶναι μειοψηφία ἢ καὶ μονάδα (π.χ. οἱ περιπτώσεις τῶν ἁγίων Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ καὶ Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ), παραμένει σὲ ἐγρήγορση ὡς «θεματοφύλακας τῆς πίστεως», ὅπως διατυπώθηκε στὰ πρακτικὰ τῆς Πανορθόδοξης Συνόδου τοῦ 1848 (καὶ εἰς ἀπάντησιν τῶν ἀξιώσεων στὴν ἐγκύκλιο τοῦ Πάπα Πίου Θ΄, περὶ «ἀποδοχῆς τοῦ παπικοῦ πρωτείου» ἐκ μέρους τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς). Τότε καὶ μόνο τότε, δηλαδὴ ὅταν πληροῦνται τὰ κριτήρια τῆς ὀρθῆς πίστεως καὶ τῆς τήρησης τῶν ἐντολῶν, συντελεῖται στὴν πράξη ἡ ἐκκλησιολογικὴ ἑνότητα τῶν πιστῶν κατὰ τὸ ὀρθόδοξο πρότυπο τῆς ἑνότητας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, κι ὄχι κατὰ τὸ ἀρειανικὸ πρότυπο τῆς «μοναρχίας τοῦ Πατρός», ποὺ ἀπαιτεῖ «ὑπακοὴ χωρὶς κριτήρια» (δηλαδὴ ὑποταγὴ) καὶ δημιουργεῖ ἀνισότητα, καταπίεση, σχίσματα καὶ διαιρέσεις.
Συνεπῶς, ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στὴν αὐθεντική της μορφὴ ἔγκειται στὴν ἑνότητα τῆς πίστεως, ἤτοι στὴ μετὰ τοῦ Κυρίου ἕνωση τῶν μελῶν αὐτῆς. Ὅλοι ὅσοι πιστεύουν καρδιακὰ στὸν Χριστό, κι ὄχι μὲ πνεῦμα πονηρίας, ὅπως πράττουν οἱ ὀπαδοὶ τοῦ διαχριστιανικοῦ καὶ διαθρηκειακοῦ συγκρητισμοῦ, ἑνώνονται διὰ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων μὲ Ἐκεῖνον καὶ ἁγιάζονται ἐν Πνεύματι μὲ τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ἡ σχέση αὐτῆς τῆς ἑνότητας δὲν εἶναι μία βερμπαλιστική, ἐξωστρεφὴς καὶ συναισθηματικοῦ τύπου κατάσταση, ἀλλὰ εἶναι μία βαθιὰ ἐσωτερική, μυστική, ἄμεση, τετελειωμένη θεία εὐδοκία καὶ ἀγάπη, ποὺ δὲν δύναται νὰ ὑποκατασταθεῖ ἀπὸ κανένα ἀνθρώπινο ἐξωτερικὸ σύνδεσμο ἢ κάποιας ἄλλης θεωρίας-πίστεως ποὺ ἀποκρούεται ἀπὸ τὶς Γραφές. Πρόκειται ἐν ὀλίγοις γιὰ μία «ἑτέρου γένους» ἑνότητα, ποὺ ἀπέχει παρασάγγας ἀπὸ ἐκείνη τὴ ψευδώνυμη ποὺ ὑπόσχονται οἱ ψευδοπροφῆτες τῆς ἀποστασίας, καὶ ποὺ ὑπερβαίνει κάθε κτιστὸ σχῆμα περὶ «ἑνότητας», ἀκριβῶς διότι ἀποτελεῖ καρπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὸ δὲ Ἅγιο Πνεῦμα ἐνεργοποιεῖται ἀπὸ ὅλους ὅσους πιστεύουν ὀρθὰ καὶ τηροῦν τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, διότι εἶναι αὐτὸ ποὺ συγκροτεῖ τὸν θεσμὸ τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι αὐτὸ ποὺ τὴν ἀναδεικνύει ὡς «Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ» καὶ τέλος εἶναι αὐτὸ ποὺ ἐπικυρώνει τὴν πολυπόθητη ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἐν ὅσῳ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα παραμένει ἐνεργό, αὐτὴ ἡ ἑνότητα καθίσταται ἀδιάσπαστη . [20]
Σᾶς εὐχαριστῶ γιὰ τὸν χρόνο καὶ τὴν ὑπομονή σας!
