ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΟΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΔΙΑΛΟΓΟ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΙΧΑΛΚΗΔΟΝΙΩΝ

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΛΟΥΚΑ ΓΡΗΓΟΡΙΑΤΟΥ
ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΜΕΡΙΔΑ ΜΕ ΘΕΜΑ: ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ
ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ - ΚΥΡΙΑΚΗ 3 ΜΑΪΟΥ 2026
ΕΣΤΙΑ ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ
Μέ τό γενικό θέμα τῆς Ἡμερίδος μας προσεγγίζουμε καί ἤδη ψηλαφοῦμε τό Μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας. Πρέπει νά ὁμολογήσουμε μαζί μέ τόν προφήτη Μωυσῆ: «Ὡς φοβερός ὁ τόπος οὗτος [ἡ Ἐκκλησία]· οὐκ ἔστι τοῦτο ἀλλ’ ἤ οἶκος Θεοῦ καί αὕτη ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ»[1] καί ὀφείλουμε νά λύσουμε τόν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων μας, ὅπως τό ἔλυσε τότε ἐκεῖνος πρό τῆς καιομένης καί μή καταφλεγομένης βάτου[2].
Ἔχοντας προσκληθῆ νά μιλήσουμε γιά τό πιό σοβαρό ζήτημα πού διαχρονικά ἀπασχολεῖ τήν Ἐκκλησία, τήν ἑνότητά της, αἰσθανόμαστε ζωηρό στά αὐτιά μας τόν φοβερό λόγο τοῦ Κυρίου: «ἵνα τί σύ ἐκδιηγῇ τά δικαιώματά μου καί ἀναλαμβάνῃς τήν διαθήκην μου διά στόματός σου;»[3] Προσωπικά, ἀναπτύσσοντας τήν εἰσήγησή μου, θά λύσω τόν ἱμάντα τῶν δικῶν μου συλλογισμῶν καί ἀπόψεων ἐμπιστευόμενος τούς λόγους τοῦ μακαριστοῦ Καθηγουμένου μας Ἀρχιμ. Γεωργίου (Καψάνη), ὁ ὁποῖος εἰδικῶς καί ἐπισταμένως εἶχε ἀσχοληθῆ μέ τό θέμα πού ἀνέλαβα νά παρουσιάσω.
Εὐχαριστῶ τόν σεβαστό π. Ἰωάννη Φωτόπουλο γιά τήν πρόσκληση, καθώς καί τόν σεβαστό μας Καθηγούμενο, Ἀρχιμ. Χριστοφόρο, γιά τήν εὐλογία του νά βρίσκομαι κοντά σας.
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό μυστηριακό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ Κεφαλή. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει χαρακτηριστικά: «τὰ πάντα δι' αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται, καὶ αὐτός ἐστιν πρὸ πάντων καὶ τὰ πάντα ἐν αὐτῷ συνέστηκε»[4]. Tά πάντα δημιουργήθηκαν ἀπό τόν Θεό, γιά νά ἀποτελέσουν Ἐκκλησία. Ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος ὁ Πόποβιτς ἑρμηνεύει τόν ἀπόστολο Παῦλο γράφοντας: «Ὁλόκληρος ἡ κτίσις ἐδημιουργήθη ὡς Ἐκκλησία, καί ἀποτελεῖ τήν Ἐκκλησίαν, “καί αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλή τοῦ σώματος, τῆς Ἐκκλησίας” (Κολ. 1, 18). Πρόκειται περί ἐλλόγου παν-ενότητος τῆς κτίσεως καί περί ἐλλόγου παν-τελεολογίας τῆς κτίσεως. Ἡ ἁμαρτία ἀπέκοψε ἕν μέρος τῆς κτίσεως ἀπ’ αὐτήν τήν ἔλλογον παν-ενότητα καί παν-τελεολογίαν, καί ἐβύθισεν αὐτό εἰς ἄλογον ἀστοχίαν, δηλαδή εἰς τόν θάνατον, εἰς τήν κόλασιν, εἰς τά βάσανα»[5]. Μέ τήν σάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου ἡ Ἐκκλησία φανερώθηκε ὡς σῶμα τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου. Μιλώντας ἐκκλησιολογικά, ἡ αἵρεση καί τό σχίσμα ἀπέκοψαν καί ἀποκόπτουν πρόσωπα καί λαούς ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀπό τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ[6].
Ἐδῶ ἀγγίζουμε μέ πόνο τόν τραγικό τραυματισμό πού ἡ αἵρεση προκαλεῖ στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ αἱρετικοί ἦσαν κάποτε μέλη τῆς Ἐκκλησίας· ἀπό αὐτήν προῆλθαν, ἀλλά τώρα δέν εἶναι· ὅπως ἀποδείχθηκε ἐκ τῶν ἔργων των δέν εἶχαν τό φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας: «Ἐξ ἡμῶν ἐξῆλθον, ἀλλ’ οὐκ ἦσαν ἐξ ἡμῶν», γράφει περί τῶν πρώτων αἱρετικῶν ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης (Α΄ Ἰω. 2, 19).
Ἐνόσῳ οἱ αἱρετικοί παραμένουν στήν Ἐκκλησία, τό σῶμα τραυματίζεται, ἡ ἑνότητα χάνεται. Ὅταν ὁ Ἄρειος διέσπειρε τήν ἀρειανική αἵρεση, ὁ ἅγιος ἱερομάρτυς Πέτρος Ἀλεξανδρείας στό γνωστό ὄραμά του ἐρώτησε: «Τίς σου τόν χιτῶνα, Χριστέ, διεῖλε;». Ὅταν οἱ αἱρετικοί ἀποβλήθηκαν, τότε τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἀπόλαυσε τήν ἑνότητα καί ὁλοκληρία του. Πρόκειται γιά παράδοξη ἀλλά ἀληθινή ἐκκλησιολογική πραγματικότητα. Δέν μπορεῖ νά ἡσυχάζουμε, ὅταν μεταξύ τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχουν αἱρετικές διδασκαλίες. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες δέν ἡσύχαζαν μέχρι νά ἀποβληθῇ κάθε ἀναφυόμενη αἵρεση. Διαφορετική εἶναι ἡ σύγχρονη προτεσταντική θεωρία τῆς περιεκτικῆς ἐκκλησιολογίας, σύμφωνα μέ τήν ὁποία, ὅταν ὅλοι οἱ χριστιανοί ἑνωθοῦν (ἀσχέτως τῶν δογματικῶν διαφορῶν τους), τότε ἡ Ἐκκλησία ἀποκαθίσταται στήν ὁλοκληρία της!
Ἡ Ἐκκλησία ἐν τούτοις δέν ἐγκαταλείπει τόν ἐκτός Αὐτῆς ἄνθρωπο στήν ἄγνοια ἤ στήν πτώση του. Ξανοίγεται γι’ αὐτό στήν ἱεραποστολή. Σπλαχνίζεται τήν ἄγνοια, δείχνει κατανόηση στήν πτώση, ὅπως ἡ θεία Κεφαλή της «ἔκλινεν οὐρανούς καί κατέβη» στήν ἐσχατιά τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως. Ἀποστρέφεται τήν ἀνταρσία του, ὄχι ὅμως τήν φύση του. Φέρεται μέ εὐγένεια καί ἀρχοντιά ἀπέναντί του, διότι βλέπει ὅτι ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ἁμαυρώθηκε, ἀλλά δέν ἀκυρώθηκε. Μιμεῖται τόν Καλό Σαμαρείτη. Προσεγγίζει τόν πεπτωκότα, γιά νά ἐκχύσει «ἔλαιον καί οἶνον» στίς πυορροοῦσες πληγές του. Δέν δικαιώνει τήν ἄγνοια ἤ τήν πλάνη, ὅπως ὁ Κύριος ἐνανθρωπήσας δέν προσέλαβε τήν ἁμαρτία. Προσφέρει εὐκαιρίες διαλόγου, ὄχι γιά ἀλληλοκατανόηση δῆθεν καί ἀντίδοση χαρισμάτων, ἀλλά γιά νά τόν ἀνακαλέσει στήν πρώτη του τάξη, νά τόν ἀποκαταστήσει στήν ἔνδοξη ἑνότητά του μέ τόν Θεάνθρωπο Χριστό. Νά τόν ἀνασύρει ἀπό τόν ἀθέλητο ἤ ἠθελημένο χωρισμό του ἀπό τό σῶμα της καί νά τόν ὁδηγήσει «στήν ἔλλογη παν-ενότητα» μέ τόν Θεό Λόγο. Ὁ διάλογος δέν εἶναι πάντοτε μέ τήν μορφή τῶν θεολογικῶν διαλόγων. Μπορεῖ νά εἶναι μόνον ἡ παρουσία της ἀνάμεσα στόν ἑτερόδοξο κόσμο, ἀρκεῖ νά εἶναι ὑγιής παρουσία. Αὐτήν τήν ὑγιῆ παρουσία ἀσφαλίζουν οἱ θεῖοι καί ἱεροί Κανόνες, ὥστε νά μείνει ἀκεραία ἡ Ἀλήθειά της, ἀκόμη καί ὅταν διαλέγεται μαζί του. Ἀπαγορεύουν τόν λατρευτικό συγχρωτισμό μαζί του, γιά νά μή ἀλλοιωθῇ τό βίωμά της, γιά νά μή νοθευθῇ ὁ ἄκρατος οἶνος τῆς δογματικῆς της διδασκαλίας, γιά νά μή φθαρεῖ ἡ αἰώνια παρθενία της, τήν ὁποία ἀγαπᾷ ὁ οὐράνιος Νυμφίος της.
Ταυτόχρονα ἡ Ἐκκλησία καλεῖ καί ἐμᾶς, πού Χάριτι Χριστοῦ ὀρθοτομοῦμε τήν Ἀλήθεια, νά ἔχουμε ταπεινό φρόνημα, ὥστε, ὅταν δοκιμάζεται ἡ ἐνότης τῆς Ἐκκλησίας, νά καλλιεργοῦμε τήν μεταξύ μας ἀγάπη, νά μή δίνουμε χῶρο στόν διάβολο καί στά πάθη μας νά μᾶς χωρίζουν. Ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, εὑρισκόμενος τήν Λῆμνο, ὅπου τόν εἶχαν περιορίσει οἱ λατινοφρονοῦσες ἀρχές τῆς Κων/πόλεως, δίνει πολύ ὡραία συμβουλή περί ὁμονοίας στούς βατοπεδινούς μοναχούς τῆς ἐποχῆς του: «Δέν εἶναι σωστό μέ ψυχρές ὑπόνοιες [σ.σ. ὅτι κάποιοι στήν Μονή δέν κρατοῦν ἀκέραιη τήν Πίστη] νά ἐρίζετε ὑπέρμετρα πρός τούς ἀδελφούς καί νά δείχνετε οὐ κατ’ ἐπίγνωση ζῆλο. Διότι ἔτσι, μέ πρόφαση τήν Πίστη, δημιουργοῦμε ταραχή καί ἐχθρότητες. Κανένα δέν θά ὠφελήσει ἡ ὀρθή Πίστις χωρίς τήν ἀγάπη πρός τούς ἀδελφούς. Νά ἔχετε καί τίς δύο, καί τήν Πίστη καί τήν ἀγάπη, καί νά τίς ἔχετε πάντοτε, πατέρες καί ἀδελφοί σεβάσμιοι. Ἐγώ μόνο ἀπό χρέος ἀγάπης σᾶς ὑπενθύμισα μερικά πράγματα. Ἐσεῖς ἔχοντας καί τίς δύο ἀρετές, μέ αὐτές νά παρασταθῆτε στόν Δεσπότη Χριστό καί νά λάμψετε ὅπως ὁ ἥλιος στήν Βασιλεία τοῦ Πατρός μας»[7]. Γίνεται φανερό ὅτι μέ ὅση δύναμη προσευχόμαστε καί ἀγωνιζόμαστε γιά νά μή γίνει μία ἕνωση, κατά τήν ὁποία δέν θά ἐπιστρέψουν οἱ ἑτερόδοξοι στήν Ὀρθόδοξη Πίστη, μέ ἄλλη τόση δύναμη πρέπει νά προσευχόμαστε καί νά φροντίζουμε γιά νά μή χάσουμε τήν μεταξύ μας ἐκκλησιαστική κοινωνία καί ζημιώσουμε ἔτσι τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
Ἔχοντας αὐτά ὑπ’ ὄψιν, θά ἀναπτύξω στήν συνέχεια τό θέμα μου, τό ὁποῖο ἀναφέρεται στόν Θεολογικό Διάλογο μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῶν ἀντιχαλκηδονίων χριστιανῶν, ἕναν Διάλογο πού ἔγινε πρίν ἀπό σαράντα χρόνια. Ἡ εἰσήγησή μου ἔχει ἕνα κεντρικό στόχο: νά δείξει ὅτι ὁ Θεολογικός αὐτός Διάλογος θά μποροῦσε νά εἶχε φέρει τούς ἀντιχαλκηδονίους χριστιανούς στήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νά εἴχαμε χαρεῖ ὅλοι χαράν ἀνεκλάλητον. Ὅμως κάτι δέν ἔγινε σωστά καί φθάσαμε μπροστά στό ἐπικίνδυνο σημεῖο νά ἑνωθοῦν οἱ Ὀρθόδοξες καί οἱ ἀντιχαλκηδόνιες ἐκκλησίες μέ μία ἐπίπλαστη ἑνότητα, πού πάντως δέν θά ἦταν ἡ ἁγιοπνευματική ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας. Ἐάν κάποιες ἐκκλησιολογικές προϋποθέσεις τηρηθοῦν σέ ἕνα μελλοντικό Θεολογικό Διάλογο, θά ἀποδώσουν πράγματι τήν ἀληθινή ἑνότητα, τήν ἔλλογη παν-ενότητα τῶν ἀξιαγάπητων λαῶν τῆς χριστιανικῆς Ἀνατολῆς στήν Ἐκκλησία τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Μέχρι νά γίνει ἕνας τέτοιος Διάλογος, ἡ λειτουργική προσευχή μας θά εἶναι συνεχής: «Κύριε, τούς πεπλανημένους ἐπανάγαγε καί σύναψον τῇ ἁγίᾳ σου καθολικῇ καί ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ» (Θ. Λειτουργία Μεγ. Βασιλείου).
Ἡ φράση τοῦ τίτλου τῆς εἰσηγήσεώς μας «ἐκκλησιολογική προσέγγιση τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου» σημαίνει ὅτι θά ἀναζητήσουμε στήν συνέχεια τούς λόγους, γιά τούς ὁποίους ὁ περατωθείς πρίν ἀπό 33 χρόνια Θεολογικός Διάλογος μέ τά πορίσματά του ὡδήγησε στό νά θεωρηθῇ ἡ ἀντιχαλκηδονική αἵρεση ἐξίσου Ὀρθόδοξη μέ τήν ἀποστολική καί ἁγιοπατερική Πίστη τῆς Ἐκκλησίας. Διότι λέγεται στό συμπέρασμα τοῦ Διαλόγου: «ἀμφότεραι αἱ οἰκογένειαι διετήρησαν πάντοτε πιστῶς τήν αὐτήν αὐθεντικήν Ὀρθόδοξον Χριστολογικήν πίστιν καί τήν ἀδιάκοπον συνέχειαν τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως» (Β΄ Κοινή Δήλωσις, παρ. 9). Δέν θά καταθέσω δικές μου ἐπινοήσεις, ἀλλά θά χρησιμοποιήσω τά κείμενα πού μᾶς ἄφησε ὁ μακαριστός Γέροντας καί Καθηγούμενος τῆς Μονῆς μας, ὁ π. Γεώργιος Καψάνης. Τό ὑλικό ὑπάρχει στήν πολυσέλιδη ἔκδοση τῆς Μονῆς μας, πού ἔχει τίτλο «Ὁ Θεολογικός Διάλογος Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων (παρελθόν-παρόν-μέλλον). Μία ἁγιορειτική συμβολή», Ἅγιον Ὄρος 2018.
***
Θά δώσω κατ’ ἀρχήν ἐνημερωτικῶς μερικά βασικά δεδομένα, ὥστε ὁ λόγος μας κατόπιν νά εἶναι εὐκολότερα κατανοητός.
α΄. Ὁ Θεολογικός αὐτός Διάλογος ἦταν μία πολυετής καί συστηματική συζήτηση ἐκπροσώπων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μέ τούς ἐκπροσώπους τῶν ἀντιχαλκηδονίων ἐκκλησιῶν περί τοῦ πῶς θά μποροῦσαν ἀρθοῦν ἐκ μέσου οἱ παράγοντες πού ἐχώρισαν τίς ἐκκλησιαστικές κοινότητες τοῦ 5ου καί 6ου αἰῶνα σέ Ὀρθόδοξες καί ἀντιχαλκηδόνιες. Δηλαδή οἱ θεολόγοι μελέτησαν τούς ἱστορικούς, θεολογικούς, κοινωνικούς, πολιτικούς καί πολιτισμικούς λόγους πού ἐπέφεραν τήν διαίρεση τῶν χριστιανῶν. Αὐτή ἡ διαίρεση εἶχε γίνει μέσα σέ μία μακρά περίοδο διακοσίων περίπου ἐτῶν, ἀπό τό 451 (ἔτος συγκλήσεως τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου) μέχρι τό 650 περίπου, ὁπότε ἡ χριστιανική Μέση Ἀνατολή κατακτήθηκε ἀπό τούς Ἄραβες (τό Ἰσλάμ). Ὅταν μιλᾶμε γιά Ἀντιχαλκηδονίους χριστιανούς, ἐννοοῦμε τούς Κόπτες τῆς Αἰγύπτου καί τῆς Αἰθιοπίας, τούς Συροϊακωβίτες τῆς Συρίας, τούς Ἀρμενίους καί τούς Χριστιανούς τοῦ Μαλαμπάρ τῆς Ἰνδίας. Λόγῳ τῶν ἱστορικῶν δοκιμασιῶν αὐτῶν τῶν λαῶν, ἀντιχαλκηδόνιοι χριστιανοί σέ ἀκμαῖες κοινότητες ὑπάρχουν σήμερα σέ ὅλη τήν Δύση.
β΄. Ἡ κύρια θεολογική παράμετρος, πού ἐπέφερε τήν ἀποκοπή τῶν Ἀντιχαλκηδονίων ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἦταν ὁ μονοφυσιτισμός, μία διδασκαλία πού ἔλεγε ὅτι στόν Χριστό δέν ὑπάρχουν δύο φύσεις, θεία καί ἀνθρώπινη, ἀλλά μόνο μία σύνθετη θεανθρώπινη φύση. Αὐτή ἡ διδασκαλία ἀναπτύχθηκε ἀπό τόν ἐπίσκοπο τῆς Ἀντιοχείας Σεβῆρο, ὠνομάσθηκε ἀπό τήν σύγχρονη θεολογική ἐπιστήμη σεβηριανισμός ἤ μετριοπαθής μονοφυσιτισμός, ἀλλά γιά τήν Ἐκκλησία (τήν κατήχηση, τήν ὑμνολογία, τήν ἐπισκοπική ὁμολογία κατά τήν χειροτονία) ἀποτελεῖ τόν καθαυτό μονοφυσιτισμό πού καταδικάσθηκε ἀπό τοπικές καί οἰκουμενικές συνόδους ὡς μονοφυσιτική αἵρεση. Ἡ ἀρχικῶς (τό 447) διατυπωμένη αἵρεση τοῦ Εὐτυχοῦς, ὅτι στόν Χριστό ὑπάρχει μία μόνο φύση, ἡ θεία, πολύ νωρίς κατανοήθηκε καί καταδικάσθηκε ἀπό Ὀρθοδόξους καί Σεβηριανούς. Γιά νά εἴμαστε ὅμως θεολογικῶς ἀκριβεῖς, πρέπει νά ποῦμε ὅτι τόσο ὁ εὐτυχιανισμός ὅσο καί ὁ σεβηριανισμός εἶναι μονοφυσιτισμός.
γ΄. Οἱ πολιτικοί καί πολιτισμικοί παράγοντες συνεπικουροῦσαν στήν ἐπέλευση τοῦ διχασμοῦ, ἐπειδή οἱ ἀνατολικές ἐπαρχίες τοῦ Ρωμαϊκοῦ κράτους δέν εἶχαν πάντοτε ἰδανικές σχέσεις μέ τό αὐτοκρατορικό κέντρο στήν Κωνσταντινούπολη. Πρέπει ὅμως νά ὁμολογήσουμε ὅτι αὐτοί οἱ παράγοντες, παρότι ἰσχυροί, δέν ἦσαν τό κυρίαρχο κίνητρο διχασμοῦ. Ἡ διαφοροποίηση στήν Πίστη ἦταν ἡ κυρία καί καθοριστική αἰτία τῆς ἀποσπάσεως τῶν μονοφυσιτικῶν ὁμάδων ἀπό τόν κορμό τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας.
δ΄. Ὁ Θεολογικός Διάλογος, γιά τόν ὁποῖον θά μιλήσουμε, ἄρχισε ἀνεπίσημα τό 1964 μεταξύ Ὀρθοδόξων καί ἀντιχαλκηδονίων Θεολόγων μέ πρωτοβουλία τοῦ τοῦ Π.Σ.Ε. στήν Γενεύη, καί κράτησε μέχρι τό 1971. Σέ αὐτόν μετεῖχαν κορυφαῖοι Ὀρθόδοξοι θεολόγοι, ὅπως ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, ὁ π. Δημήτριος Στανιλοάε, ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης καί οἱ καθηγηταί Κονιδάρης, Νησιώτης καί Καρμίρης. Ὁ Διάλογος συνεχίσθηκε τό 1985, μέ ἐπίσημη πλέον καί πανορθόδοξη ἐκκλησιαστική ἀπόφαση, καί διεξήχθη μέ τήν συμμετοχή ἐκπροσώπων ἀπό τό σύνολο τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί τῶν ἀντιχαλκηδονίων ἐκκλησιῶν. Ὁλοκληρώθηκε τό 1993, ἀφοῦ ἐκπονήθηκαν τρία ἐπίσημα κείμενα πού ὀνομάσθηκαν Κοινές Δηλώσεις (1989, 1990 καί 1993).
ε΄. Εἶναι σημαντικό νά γνωρίζουμε ὅτι αὐτός ὁ Θεολογικός Διάλογος, στόν ὁποῖον ἀναφερόμαστε, δέν εἶναι οὔτε ὁ μοναδικός οὔτε ὁ πρῶτος στίς σχέσεις Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων κατά τά 1500 χρόνια τοῦ διχασμοῦ. Ἕνας καρποφόρος διάλογος εἶχε γίνει τόν 9ον αἰῶνα ἀπό τόν Μέγα Φώτιο καί εἶχε φέρει στήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἕνα μέρος τῶν δυτικῶν ἀρμενικῶν ἐπαρχιῶν. Ἕνας ἄλλος διάλογος τόν 12ον αἰῶνα ἐπί αὐτοκράτορος Μανουήλ Κομνηνοῦ, ἄν καί δέν καρποφόρησε κάποια ἑνότητα λόγῳ τῆς προελάσεως τῶν Σελτζούκων Τούρκων, ἄφησε ἐξαιρετικά ἀξιόλογο θεολογικό ὑλικό, ὅπως εἶναι ἡ Διάλεξις Θεωριανοῦ μετά τοῦ Ἀρμενίου Καθολικοῦ Νερσῆ τοῦ Χαρίεντος. Πολλές ἀκόμη ζυμώσεις ἔλαβαν χώραν, γνωστές στήν ἱστορική ἐπιστήμη. Τά ζητήματα εἶχαν πολλαπλῶς μελετηθῆ στό παρελθόν. Γι’ αὐτό -ἄς εἴμαστε εἰλικρινεῖς- ἦταν παράτολμο, ἦταν λάθος πού ἡ Μικτή Ἐπιτροπή αὐτοσχεδίασε λέγοντας ὅτι ἐμεῖς σήμερα (στό τέλος τοῦ 20οῦ αἰῶνος) ἀνακαλύψαμε πώς Ὀρθόδοξοι καί Ἀντιχαλκηδόνιοι ἔχουμε τήν ἴδια Πίστη καί Παράδοση.
στ΄. Τά συμπεράσματα τοῦ προσφάτου Θεολογικοῦ Διαλόγου δέν ἔμειναν μόνον ὡς ἔγγραφα στά συρτάρια τῶν ἐκκλησιαστικῶν Ἐπιτροπῶν ἤ τῶν Ἱερῶν Συνόδων· οὔτε ἐπίσης περιορίσθηκαν στά σπουδαστήρια τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν γιά θεολογικό στοχασμό. Ἔγιναν ἰσχυρός μοχλός στήν καθημερινή ἐκκλησιαστική πρακτική στόν χῶρο τῆς Ὀρθοδόξου Διασπορᾶς στήν Εὐρώπη καί στήν Ἀμερική, ἔγιναν κίνητρο γιά νά προσφέρεται σέ ἀντιχαλκηδονίους πιστούς ἡ Ὀρθόδοξη Θεία Εὐχαριστία, γεγονός ἐπικίνδυνο γιά τήν ἑνότητα τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων κοινωνιῶν (ἐνοριῶν καί ἐπισκοπῶν)[8]. Εἶμαι σέ θέση ὅμως νά διαβεβαιώσω ὅτι ἀρκετές φορές αὐτό ἔγινε ἀπό ἄγνοια. Μόλις οἱ ἱερεῖς ἐπληροφοροῦντο ὅτι ἡ Πίστη μας δέν εἶναι ἡ ἴδια μέ ἐκείνη τῶν Κοπτῶν, τῶν Αἰθιόπων, τῶν Σύρων ἤ τῶν Ἀρμενίων, ὑπαναχωροῦσαν καί δέν μετέδιδαν πλέον τήν Θ. Κοινωνία σέ Ἀντιχαλκηδονίους.
ζ΄. Κάποιες ἐντελῶς πρόσφατες κινήσεις γιά νά ἐπανασυγκληθῇ ἡ Μικτή Ἐπιτροπή τοῦ Θεολογικοῦ ἐκείνου Διαλόγου καί νά ἐπαναπροτείνει τήν ἐφαρμογή τῶν προτάσεών της γιά ἕνωση τῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν ἀντιχαλκηδονίων ἐκκλησιῶν, δέν εὐοδώθηκαν, ἐξ ὅσων γνωρίζω.
η΄. Τά τελευταῖα 4 χρόνια ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας διεξάγει διμερῆ διάλογο μέ τούς Ἀντιχαλκηδονίους. Μποροῦμε βάσιμα νά ὑποστηρίξουμε ὅτι ἡ διεξαγωγή αὐτοῦ τοῦ διμεροῦς Διαλόγου ἀκολουθεῖ τά λανθασμένα μονοπάτια τοῦ πολυμεροῦς ἐπισήμου Διαλόγου (1985-1993).
***
Ἔχοντας ὑπ’ ὄψιν αὐτά τά προκαταρκτικά δεδομένα, ἄς δοῦμε στήν συνέχεια τά ἐκκλησιολογικά στοιχεῖα πού δέν πρόσεξε ἡ Μικτή Ἐπιτροπή τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου καί ὡδηγήθηκε στό λανθασμένο συμπέρασμα νά ταυτίσει τήν σεβηριανή Χριστολογία μέ τήν Ὀρθόδοξη ἀποστολική Πίστη.
- Ὁ ρόλος τῆς περιεκτικῆς ἐκκλησιολογίας τοῦ Π.Σ.Ε.
Ὁ Μέγας Φώτιος εἶχε κάνει ἕναν σωστό διάλογο μέ τούς Ἀρμενίους κατά τόν 9ον αἰῶνα, μέ βάση τήν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία, δηλαδή τήν πεποίθηση ὅτι διαλέγεται μέ χριστιανικές κοινότητες, οἱ ὁποῖες λόγῳ ἑτεροδοξίας δέν ἀνήκουν στήν Ἐκκλησία. Αὐτό συμπεραίνεται ἀπό τήν σαφέστατη διατύπωσή του ὅταν ἔληξε ὁ Διάλογος: «καί λατρεύει σήμερον καθαρῶς καί ὀρθοδόξως ἡ τῶν Ἀρμενίων λῆξις... ὡς ἡ Καθολική Ἐκκλησία»[9].
Ἀντίθετα, τίς ἀπαρχές τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου τῶν ἡμερῶν μας ἐπηρέασε καθοριστικά ἡ προτεσταντική περιεκτική ἐκκλησιολογία. Στόν ἀπόηχο τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐν Ρόδῳ Α΄ Πανορθοδόξου Διασκέψεως (1961) θεολόγοι πού εἶχαν καίριες θέσεις στήν Γενεύη ὠργάνωσαν τέσσερις ἀνεπίσημες Διασκέψεις (Aarhus 1964, Bristol 1967, Geneva 1970, Addis Ababa 1971). Τό προτεσταντικό ἐκκλησιολογικό πλαίσιο τοῦ Π.Σ.Ε. εἶχε διαμορφώσει δυστυχῶς τούς κανόνες τοῦ ἀνεπισήμου ἐκείνου Θεολογικοῦ Διαλόγου, γιά τόν ὁποῖο ὁ William Lazareth, κορυφαῖο στέλεχος τοῦ Π.Σ.Ε., ἔγραφε: «Ἐμπνευσμένοι ἀπό τήν τόσο πλούσια καί βαθυστόχαστη ἰδέα τῆς ‘conciliar fellowship’ (ἀδελφικῆς συμπόρευσης), Ὀρθόδοξοι καί Ἀντιχαλκηδόνιοι θεολόγοι συναντήθηκαν σέ τακτά διαστήματα γιά νά προσπαθήσουν ‘νά δώσουν μαρτυρία τῆς ἀποστολικῆς πίστεως’, προκειμένου νά θεραπεύσουν τό θλιβερό τους σχίσμα. Μέ τήν ὑποστήριξι τῆς Ἐπιτροπῆς Πίστις καί Τάξις τοῦ Π.Σ.Ε. ἔλαβε χώραν σέ τέσσερις ἀνεπίσημες συνελεύσεις μεταξύ τῶν ἐτῶν 1964-1971 ἡ πιό μακρᾶς διαρκείας πρόσφατη προσπάθεια»[10].
Οἱ ἄνθρωποι πού πρωτοπορειακά εἶχαν ἐργασθεῖ γιά τήν διοργάνωση τῶν ἀνεπισήμων Διασκέψεων ἔγραφαν ἐπίσης: «Ἀρχίσαμε τίς ἀπό κοινοῦ προσπάθειές μας τό 1962 γιά νά ὀργανώσουμε τήν Διάσκεψι τοῦ Aarhus. Στήν ἀρχή ὑπῆρχε πολύς σκεπτικισμός... Ὅμως ὁ αἰώνας μας [ὁ 20ός] εἶναι αἰώνας συχνῶν οἰκουμενικῶν ἐπαφῶν, καί οἱ ἄτυπες συναντήσεις μας στίς διάφορες συνελεύσεις τοῦ Π.Σ.Ε. μᾶς ἔδωσαν νέα ἐλπίδα. Εἴμασταν ἐκείνη τήν ἐποχή καί οἱ δύο στήν Γενεύη, ὁ Μητροπολίτης Γρηγόριος [σ.σ. τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Μαλαμπάρ] (τότε π. Paul Verghese) στήν Γενική Γραμματεία τοῦ Π.Σ.Ε., καί ὁ καθηγητής Νίκος Νησιώτης στό Οἰκουμενικό Ἰνστιτοῦτο τοῦ Bossey. Εἴμαστε βαθειά ὑποχρεωμένοι στήν Ἐπιτροπή Πίστις καί Τάξις...»[11].
Ὁ Θεολογικός Διάλογος τῶν Ρώσων θεολόγων μέ Μαλαμπαρηνούς θεολόγους στό Kottayam τῆς Ἰνδίας λίγα χρόνια ἐνωρίτερα (1953-1954)[12] ἦταν ἕνα χαρακτηριστικό δεῖγμα γιά τό ὅτι τό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν ἔπαιξε σημαντικό ρόλο στήν ἔναρξη καί στήν διεκπεραίωση τῶν ἀνεπισήμων Διαλόγων. Ἡ «Κοινή Ἔκθεσις» τῆς συναντήσεως τοῦ Kottayam εἶναι ἀποκαλυπτική τῆς οἰκουμενιστικῆς νοοτροπίας τῶν μελῶν τῆς ὁμάδος τῶν θεολόγων πού τήν πραγματοποίησαν. Ὁ Μητροπ. Μύρων (ἔπειτα Ἐφέσου) Χρυσόστομος Κωνσταντινίδης εἶχε παρατηρήσει: «Ἐν τῇ Ἐκθέσει διαπιστοῦται καί ἕτερόν τι στοιχεῖον: ἡ, οὕτως εἰπεῖν, “οἰκουμενιστική πεῖρα”, ἥτις διαφαίνεται ἰδίως εἰς τόν τρόπον συντάξεως τοῦ κειμένου τῆς ἐκθέσεως καί δή εἰς τά σημεῖα τῶν συστάσεων ταῖς ἐκκλησίαις ἑκατέρωθεν, αἵτινες ἐνθυμίζουσιν ἐν πολλοῖς τά τελευταῖα κείμενα ἐκθέσεων τῶν διαφόρων Ἐπιτροπῶν τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν. Ἐπιτραπείτω ἡμῖν νά θεωρήσωμεν τό στοιχεῖον τοῦτο ὡς ἀποτελοῦν ἔνδειξιν τῆς ὄχι πάντως τυχαίας ἐπεκτάσεως τοῦ “οἰκουμενιστικοῦ πνεύματος” καί κυρίως τῆς “οἰκουμενιστικῆς γλώσσης” καί εἰς τάς ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολῆς, τάς συνεργαζομένας ἐν τῇ Οἰκουμενικῇ Κινήσει»[13].
Ἀναμφίβολα οἱ κορυφαῖοι θεολόγοι μας εἶχαν ἐργασθῆ φιλότιμα. Τό μαρτυροῦν τά τηρηθέντα Πρακτικά. Ὅμως εἶχαν γίνει λάθη, ἀπό τά ὁποῖα συμπεραίνεται ὅτι ἡ ἀτμόσφαιρα εἶχε ἐπηρεασθῆ ἀπό τήν περιεκτική ἐκκλησιολογία τοῦ Π.Σ.Ε. Τό πιό ἁπλό καί κατανοητό παράδειγμα εἶναι ἡ ὀνομασία τῶν Ἀντιχαλκηδονίων, οἱ ὁποῖοι - παρότι κατά τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι Μονοφυσίτες- ἐπέμειναν καί πέτυχαν νά τούς ὀνομάσουμε καί νά τούς ἀποδεχθοῦμε ὡς «Ἀνατολικούς Ὀρθοδόξους», πού δέν διαφέρουν ἀπό ἐμᾶς σέ τίποτε πού ἀφορᾶ τήν χριστολογική Πίστη.
- Ἡ ἀμφισβήτηση τῆς αὐθεντίας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
Κατά τήν ἀνεπίσημη ἀκόμη Διάσκεψη στήν Γενεύη τό 1970 ὑπῆρξε μία ὀδυνηρή ἔκπληξη. Ἀμφισβητήθηκε αὐτή ἡ ἴδια ἡ αὐθεντία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Σέ κοινό Ἀνακοινωθέν γράφθηκε ὅτι: «Ὅλοι μας συμφωνοῦμε ὅτι οἱ Σύνοδοι πρέπει νά θεωροῦνται μᾶλλον ὡς χαρισματικά γεγονότα στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι ὡς μία αὐθεντία ἐπί τῆς Ἐκκλησίας»[14]. Αὐτό τό φρόνημα διατυπώθηκε καί ὡς ἑξῆς: «Εἶναι ἐσφαλμένο νά κατανοοῦμε ἔναν ἀναθεματισμό, ἀκόμη καί δογματικό, πέραν τοῦ ὅτι εἶναι κανονικός, σάν μία πρότασι πνευματικοῦ θανάτου, πλήρους χωρισμοῦ ἀπό τήν Ἐκκλησία»[15].
Ὁ σχετικισμός πού εἰσάγεται μέ τήν ἰδέα αὐτή, τόσο γιά τήν σημασία μιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας ὅσο καί γιά τίς συνέπειες τῶν ἀποφάσεών της, φθάνει στά ὅριά του. Ὁ σχετικισμός αὐτός ὡδήγησε στήν τολμηρή πρόταση γιά ἄρση τῶν ἀναθεμάτων κατά τῶν αἱρεσιαρχῶν Διοσκόρου καί Σεβήρου. Αὐτός κάνει συγχρόνους θεολόγους νά διατυπώνουν ἐρωτήματα τοῦ τύπου: «ἔχουν τά ἀναθέματα ‘ὀντολογικό’ ἀντίκρυσμα στόν οὐρανό;», «σβήνουν τό ὄνομα τοῦ ἀναθεματιζομένου ἀπό τό Βιβλίο τῆς Ζωῆς;», «εἶναι γνωστό ποιός ἀνήκει καί ποιός ὄχι στήν ‘κοινωνία τῶν Ἁγίων’;»[16]
Αὐτά τά ἐρωτήματα θέτουν ὑπό ἀμφισβήτηση τήν ἐμπειρία τῶν θεοπτῶν Ἁγίων. Αὐτά τά ἐρωτήματα δέν φανερώνουν ἔλλειμμα θεολογικῶν γνώσεων ἀλλά ἔλλειμμα Πίστεως, ὅπως κάποτε εἶχε πεῖ ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ. Ἡ Ἐκκλησία πιστεύει ὅτι τά ἀναθέματα, πού ἐπιβλήθηκαν ἀπό Οἰκουμενικές συνόδους σέ αἱρεσιάρχες, δέν ἐπιδέχονται ἀνάκληση οὔτε καί ἀπό σύνοδο πού μεταγενέστερα συγκαλεῖται ὡς οἰκουμενική, ἐάν φυσικά θέλει ἡ τελευταία σύνοδος νά βρίσκεται στήν σειρά τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Οἱ διδάσκαλοι πού ἀναθεματίσθηκαν ὡς αἱρετικοί ἀπό τίς Οἰκουμενικές συνόδους δέν μπορεῖ νά ἀμνηστευθοῦν μέ μία ἑνωτική συμφωνία. Ἄν μέ ἕναν μελλοντικό διάλογο ἀποφασίσουν οἱ Ἀντιχαλκηδόνοι νά ἐπιστρέψουν στήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὀφείλουν νά παύσουν νά τιμοῦν ὡς ἁγίους τούς μέχρι τότε διδασκάλους των Διόσκορο, Σεβῆρο καί τούς λοιπούς.
- Ἡ ἀμνήστευση τῆς σεβηριανῆς χριστολογίας.
Ὅπως εἴδαμε στό ἐνθουσιῶδες ἀπόσπασμα τοῦ William Lazareth, οἱ ἐκπρόσωποι τῶν ἀντιχαλκηδονίων ἐκκλησιῶν προσῆλθαν στόν Θεολογικό Διάλογο «γιά νά προσπαθήσουν ‘νά δώσουν μαρτυρία τῆς ἀποστολικῆς πίστεως’». Κάθησαν στά ἕδρανα τῶν συνελεύσεων μέ τήν βεβαιότητα ὅτι ἦσαν ὀρθόδοξοι κατά τό χριστολογικό δόγμα. Οἱ ἡμέτεροι θεολόγοι τελικά τό ἀποδέχθηκαν. Πῶς ἔγινε αὐτό;
Κατά τόν ἀνεπίσημο Διάλογο στό Aarhus ἔγινε τό θεμελιῶδες θεολογικό σφάλμα, τό ὁποῖο συνετέλεσε ὥστε νά ἐξισωθῇ ἡ Ὀρθόδοξη μέ τήν σεβηριανή χριστολογική διδασκαλία. Φαίνεται πώς ἦταν ἀβλεψία τοῦ καθηγητῆ Καρμίρη, ὁ ὁποῖος, παρότι σέ προγενέστερη μελέτη του σαφῶς εἶχε χαρακτηρίσει ἀντορθόδοξη τήν σεβηριανή «μία σύνθετη φύση» στόν Χριστό, στό Aarhus ἔδωσε τό μήνυμα ὅτι εἶναι μία Ὀρθόδοξη ἔννοια, λεκτικά μόνον διαφοροποιημένη ἀπό τόν ὀρθόδοξο ὅρο «δύο φύσεις». Τό ὑποστήριξε ὑπό τήν λανθασμένη προϋπόθεση, ὅτι ὁ ἅγιος Κύριλλος στήν Χριστολογική του διδασκαλία ταυτίζει ἐννοιολογικῶς τούς ὅρους “φύσις” καί “ὑπόστασις”. Εἶχε παραναγνώσει ὁ σοφός καθηγητής ἕνα κείμενο τοῦ Λεοντίου Βυζαντίου, ὅπως ἀναλυτικά ἀναφέρουμε στόν τόμο μας Ὁ Θεολογικός Διάλογος...[17]. Πάντως ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἀνακεφαλαιώνοντας τήν Ὀρθόδοξη Χριστολογία γράφει: «Τοῦτο ἐστί τό ποιοῦν τοῖς αἱρετικοῖς τήν πλάνην, τό ταυτόν λέγειν τήν φύσιν καί τήν ὑπόστασιν»[18].
Οἱ θεολόγοι μας κατά τίς ἀνεπίσημες Διαλέξεις ἦσαν πραγματικά κορυφαῖοι ἀκαδημαϊκοί δάσκαλοι τῆς θεολογικῆς ἐπιστήμης. Ὅμως εἶχε ἀναπτυχθῇ ἕνας πρώιμος ἐνθουσιασμός γιά ἕνωση, ἔτσι ὥστε ἡ δογματική διαφορά πού χωρίζει τίς δύο πλευρές νά θεωρηθῇ ἀσήμαντη χάριν τῆς ἐπιδιωκομένης ἑνώσεως. Ἀπό τόν καθηγητή Καρμίρη, ὅπως εἴδαμε, διατυπώθηκε ἡ ἄποψη ὅτι ἡ διδασκαλία τοῦ Σεβήρου Ἀντιοχείας ἦταν μία ὀρθή χριστολογική διδασκαλία. Ὁ π. Δημήτριος Στανιλοάε ἀκολούθησε τήν ἄποψη τοῦ Καρμίρη χωρίς νά τήν πολυεξετάσει. Ἀργότερα, ὅταν ὁ πρώιμος ἐνθουσιασμός εἶχε δώσει τήν θέση του στήν συνετή περίσκεψη, ὁ π. Στανιλοάε εἶπε μεταμελημένος: «Ἡμεῖς ὡς Ρουμανική Ἐκκλησία ἀπεδώσαμεν μεγάλην σημασίαν καί ἐμπιστοσύνην εἰς ὅσα οἱ Ὀρθόδοξοι Θεολόγοι ἔκαμον εἰς τάς ἀνεπισήμους ἐπαφάς τοῦ Ἄαρους καί τοῦ Μπρίστολ, καθώς καί εἰς τά αἰσιόδοξα ἀνακοινωθέντα, τά ὁποῖα ἐξέδωσαν. Ἐδώκαμεν δέ μεγάλην ἐμπιστοσύνην ἰδιαιτέρως εἰς τήν δήλωσιν τοῦ μεγάλου Ὀρθοδόξου θεολόγου Καρμίρη, εἰπόντος, ὅτι οὐδεμία οὐσιώδης διαφορά ὑφίσταται μεταξύ ἡμῶν καί τῶν Ἀντιχαλκηδονίων εἰς ὅ,τι ἀφορᾶ τό Χριστολογικόν Δόγμα ... Διερωτῶμαι: Διατί οἱ θεολόγοι ἡμῶν δέν ἐπληροφόρησαν τάς Ἐκκλησίας ἡμῶν, ὅτι δέν ὑπάρχει πλήρης συμφωνία ἐπί τοῦ Δόγματος τούτου...;»[19].
Τό πρόβλημα τῆς ἀμνηστεύσεως τῆς σεβηριανῆς χριστολογίας, πέραν τῆς δογματικῆς του πλευρᾶς, εἶναι καί βαθειά ἐκκλησιολογικό. Ἐφ’ ὅσον ἀναγνωρίζεται ὀρθοδοξία ἐκτός τῶν κανονικῶν ὁρίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καταλύεται τό περί Ἐκκλησίας δόγμα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως. Εἶναι γνωστό ὅτι τό ἀποστολικόν «εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα», ὁμολογήθηκε διαχρονικῶς κάθε φορά πού χρειάσθηκε νά ἀποβληθῇ ἡ οἱαδήποτε δογματική παρέκκλιση[20].
Ὅταν ἀπό τό 1985 ἄρχισε ὁ ἐπίσημος Θεολογικός Διάλογος, τό χριστολογικό πρόβλημα ἀντιμετωπίσθηκε ἀνεπαρκῶς. Δέν καταβλήθηκε ὁ ἀπαραίτητος κόπος, ὥστε νά δειχθῇ ὅτι ὁ σεβηριανισμός εἶναι μονοφυσιτισμός. Ἔτσι προῆλθε τό πόρισμα τοῦ Διαλόγου ὅτι Ὀρθόδοξοι καί Ἀντιχαλκηδόνιοι ἔχουμε τήν ἴδια Πίστη. Ἔτσι γεννήθηκε καί ὁ νεόκοπος ἀκαδημαϊκός ὅρος Μιαφυσιτισμός. Σήμερα βρισκόμαστε στήν ἀνάγκη νά γράφουμε καί νά ἐπιχειρηματολογοῦμε ὅτι ὁ ὅρος Μιαφυσιτισμός δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό τόν κλασικό μονοφυσιτισμό τοῦ Σεβήρου Ἀντιοχείας πού πλειστάκις καταδικάσθηκε ὡς μονοφυσιτική αἵρεση.
- Ἡ κάθαρση τῶν λειτουργικῶν κειμένων.
Ἄλλη μία, ἐπίσης ἐσφαλμένη, συνέπεια τῆς ἐκκλησιολογίας πού ἐπηρέασε τίς θεολογικές συζητήσεις ἦταν ἡ πρόταση τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς γιά κάθαρση τῶν λειτουργικῶν κειμένων ἀπό ὑμνογραφικές ἐκφράσεις πού χαρακτηρίζουν ὡς αἱρετικούς τούς ἀντιχαλκηδονίους διδασκάλους. Ὅμως αὐτό εἶναι ἕνα φρόνημα ἐντελῶς ξένο πρός τήν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία. Ἡ Ἐκκλησία μέ τήν ὑμνολογία της λατρεύει τόν Θεό καί τιμᾶ τούς Ἁγίους της, πέραν τούτου ὅμως καί διδάσκει τόν λαό αὐτό ἀκριβῶς πού πιστεύει καί βιώνει, εἴτε πρόκειται γιά τόν Ἄρειο καί τόν Νεστόριο εἴτε γιά τόν Διόσκορο, τόν Σεβῆρο, τούς εἰκονομάχους καί τούς λατίνους. Ὁ κανών τῆς λατρείας δέν μπορεῖ νά χωρισθῇ ἀπό τόν κανόνα τῆς πίστεως.
- Ἡ στάση τοῦ Γέροντος Γεωργίου Καψάνη.
Θά τελειώσω διαβάζοντας μερικά ἀποσπάσματα πού δείχνουν τήν στάση τοῦ Γέροντος Γεωργίου Καψάνη ἔναντι τοῦ Θεολογικοῦ αὐτοῦ Διαλόγου. Ὁ π. Γεώργιος μέ τόν ὀξύ ἐκκλησιολογικό του αἰσθητήριο εἶχε παρατηρήσει γενικῶς ὅτι «ὑπό τήν ἐπίδρασι τῆς ἐκκοσμικεύσεως παραθεωροῦνται τό δόγμα καί ἡ παραδοθεῖσα ὀρθόδοξος Ἐκκλησιολογία καί ἐπιδιώκεται ἡ ἕνωσις τῶν “Ἐκκλησιῶν” ἐπί πρακτικοῦ καί πραγματιστικοῦ ἐπιπέδου, χωρίς νά θεωρῆται ἀναγκαία ἡ ἑνότης τῆς πίστεως»[21].
Στήν βάση αὐτῆς τῆς παραδοσιακῆς ἐκκλησιολογικῆς του εὐαισθησίας ὁ Γέροντας εἶχε διερωτηθῆ: «Ἐάν οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι πιστεύουν διά τόν ἑαυτόν των ὅτι εἶναι πλήρως ὀρθόδοξοι καί ἄρα δέν διακυβεύεται ἡ σωτηρία των, τότε διατί θέλουν τήν ἕνωσιν μετά τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας, τήν ὁποίαν δέν ἀποδέχονται ὁλόκληρον καί πρός τήν ὁποίαν δέν ἔρχονται μέ ταπείνωσιν καί μετάνοιαν; Καί τί ἀναγκάζει ἡμᾶς νά τούς δεχθῶμεν ἀποδεχόμενοι τούς ὅρους των ἐπί ἀθετήσει θεμελιωδῶν ἐκκλησιολογικῶν μας ἀρχῶν;»[22] Εἶχε δημοσιεύσει ἐπίσης τήν διαπίστωσή του: «Βλέπομεν εἰς τόν μετά τῶν Ἀντιχαλκηδονίων διάλογον νά ἰσχύουν δύο βασικαί κατευθύνσεις, αἱ ὁποῖαι χαρακτηρίζουν καί τόν μετά τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν διάλογον. Ἤτοι: α) Ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἑτέρας αἱρετικῆς ἐκκλησίας εἴτε ὡς “ἀδελφῆς” ἐκκλησίας εἴτε ὡς ὁμοτίμου “οἰκογενείας”, ἐπί παραιτήσει τῆς ἀξιώσεώς μας ὅτι ἡ Μία, ῾Αγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία εἶναι μόνον ἡ καθ᾿ ἡμᾶς Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Καί, β) Ἡ ἐπίσπευσις τῆς ἑνώσεως παρακαμπτομένων τῶν διαφορῶν, αἱ ὁποῖαι εἴτε παρασιωπῶνται εἴτε καί ἐλαχιστοποιοῦνται»[23].
Ἡ στάση του δέν ἦταν ἀντιδραστική οὔτε ἰδεολογικά φορτισμένη. Ἦταν νηφάλια ἔκφραση τῆς ἐκκλησιολογίας πού τόν χαρακτήριζε. Μέ αὐτό τό πνεῦμα εἶχε γράψει γιά τόν ἐν λόγῳ Θεολογικό Διάλογο:
«Παρεμβαίνουμε στόν ἐνδο-ορθόδοξο διάλογο περί τοῦ Διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων μέ φόβο Θεοῦ, ὄχι γιά νά ἐμποδίσουμε τήν ἐπιστροφή καί ἕνωσι τῶν Ἀντιχαλκηδονίων μέ τήν μόνη Μία Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία μας, ἀλλά γιά νά συντελέσουμε ταπεινά ὥστε ἡ ἕνωσις νά γίνῃ ἐν ἀληθείᾳ, νά εἶναι θεοσυνέργητος, γνησία καί μόνιμος [...] Αἰσθανόμεθα τήν ἀνάγκη, πρό τοῦ ὑπαρκτοῦ κινδύνου νά νοθευθῆ ἡ καθαρά καί ἀμώμητος πίστις τῆς Ἐκκλησίας καί μάλιστα στό κέντρο της πού εἶναι ἡ Κεφαλή της, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, νά ὁμολογήσουμε τήν ὀρθόδοξο πίστι ἀκαινοτόμητο, ἀνόθευτο, ἀκεραία, “ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι” [...] Ἐνῶ ἡ αἵρεσις τῶν Ἀντιχαλκηδονίων δέν μᾶς εἶναι καθόλου ἀγαπητή καί ἀποδεκτή, οἱ ἴδιοι οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι μᾶς εἶναι πολύ ἀγαπητοί [...] Οἱ ἀντιχαλκηδόνιοι λαοί ἔχουν ἀνάγκη καί τῆς ἰδικῆς μας μερίμνης, συμπαθείας, στοργῆς καί φροντίδος. Καί τό σπουδαιότερο, ἔχουν ἀνάγκη ἀπό τόν φωτιστικό λόγο τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ζωοποιό Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τά ὁποῖα ἐπί χίλια πεντακόσια ἔτη στεροῦνται ἐξ αἰτίας τοῦ χωρισμοῦ τους ἀπό τήν κοινωνία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας»[24].
Θά κλείσω τήν εἰσήγησή μου μέ τήν αἰσιόδοξη προοπτική πού χαρακτήριζε τήν κριτική στάση τοῦ Γέροντος Γεωργίου ἀπέναντι στόν ἐν λόγῳ Θεολογικό Διάλογο. Πίστευε ὁ Γέροντας ὅτι θά μποροῦσε νά γίνει ἕνας νέος Διάλογος, ἐπί ὀρθῶν ἐκκλησιολογικῶν βάσεων, ὁ ὁποῖος θά καρποφορήσει μέ τήν ἐπίπνοια τοῦ Παρακλήτου τήν ἐπανάκαμψη τῶν ἀντιχαλκηδονίων λαῶν στήν Ἐκκλησία.
Τό εὐχόμαστε καί προσευχόμαστε γι’ αὐτό.
Σᾶς εὐχαριστῶ.
[1] Γέν. 28, 17.
[2] Ἔξοδ. 3, 2-3.
[3] Ψαλμ. 49, 16-17.
[4] Κολ. 1, 16-18.
[5] Ἰουστίνου Πόποβιτς, ἀρχιμ., Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί Οἰκουμενισμός, ἔκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1974, σελ. 23.
[6] Ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 25.
[7] Βλ. Νεκταρίου Δ. Καρσιώτη, ἀρχιμ., Ἡ Σύνοδος Φερράρας-Φλωρεντίας ἀπό τῆς ὑπογραφῆς τοῦ ὅρου ἑνώσεως ἕως καί τῆς καταργήσεως αὐτοῦ, ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, 2023, σελ. 183-184.
[8] Βλ. Ὁ Θεολογικός Διάλογος Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων (παρελθόν-παρόν-μέλλον). Μία ἁγιορειτική συμβολή», ἔκδ. Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 2018, σελ. 36.
[9] Ἰω. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τόμ. Ι, Ἀθῆναι 1960, σελ. 322.
[10] Ὁ William H. Lazareth στόν Πρόλογό του στήν ἔκδοση Does Chalcedon divide or unite? Towards convergence in Orthodox Christology, ed. by Paulos Gregorios – William H. Lazareth – Nikos Nissiotis, W.C.C. Geneva 1981.
[11] Αὐτά σημειώνουν οἱ Paulos Gregorios καί Νίκος Νησιώτης στήν εἰσαγωγή τους στήν ἔκδοσι Does Chalcedon divide or unite?..., σελ. xi.
[12] Μητροπ. Μύρων Χρυσοστόμου Κωνσταντινίδη, Αἱ ἐν Kottayam τῶν Ἰνδιῶν θεολογικαί συνομιλίαι μεταξύ “Συρορθοδόξων” τοῦ Μαλαμπάρ καί ὀρθοδόξων θεολόγων καί ἡ ἐπί τῇ εὐκαιρίᾳ δημοσιευθεῖσα Κοινή Ἔκθεσις, στό ἔργο τοῦ ἰδίου Ὀρθόδοξοι Κατόψεις, τόμ. Γ΄, ἐκδ. Τέρτιος 1991, σελ. 105-129.
[13] Ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 120.
[14] Does Chalcedon..., ἔνθ’ἀνωτ. σελ. 10.
[15] Vitaly Borovoy, Recognition of Saints and Problems of Anathemas, GOTR 16 (1971), σελ. 257.
[16] Will Cohen, Ecclesiology and the Dialogues Between Eastern Orthodox and Oriental Orthodox Churches. Βλ. στό Ὁ Θεολογικός Διάλογος..., ἔνθ’ἀνωτ. σελ. 79.
[17] Ὁ Θεολογικός Διάλογος..., ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 40-43.
[18] Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, κεφ. 47.
[19] Μητροπ. Ἀξώμης Μεθοδίου, Τό ἔργον τῆς Διορθοδόξου Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς διά τόν Διάλογον τῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν Ἀρχαίων Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν, περιοδ. Abba Salama VII (1976), σελ.205-206.
[20] Μεγ. Ἀθανασίου, Περί τῶν ἐν Ἀριμήνῳ καί Σελευκείᾳ συνόδων, κεφ. 54.
[21] Ἀρχιμ. Γεωργίου, Καθηγουμένου Ἱ. Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου, Ὀρθόδοξος Μοναχισμός καί Ἅγιον Ὄρος, 1998, σελ. 43.
[22] Ὁ Θεολογικός Διάλογος..., ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 134.
[23] Ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 135.
[24] Ὁ Θεολογικός Διάλογος..., σελ. 115-118.
