«Περί θείων ὀνομάτων τοῦ Ἁγίου Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου μέ ἑρμηνευτικά σχόλια τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητῆ» No 11
Ἀποσπάσματα 2024-2025 ἀπό τό σεμινάριο Δογματικῆς «Περί θείων ὀνομάτων τοῦ Ἁγίου Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου μέ ἑρμηνευτικά σχόλια τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητῆ»
(Μέ τόν Παῦλο Κλιματσάκη)
Πῶς ἐξαρτᾶται ὁ ἄνθρωπος ἀπό τόν Θεό μέσα ἀπό τή σχέση τοῦ θεϊκοῦ «Ἐγώ εἰμί ὁ Ὤν» μέ τό ἀνθρώπινο «Ἐγώ εἶμαι (ὑπάρχω)»;
Ὅταν ὁ Μωϋσῆς ρώτησε τή φωνή πού ἄκουσε μέσα ἀπό τήν βάτο «ποιός εἶσαι ἐσύ πού μοῦ μιλᾶς;», πῆρε τήν ἀπάντηση «Ἐγώ εἰμί ὁ Ὤν», δηλαδή εἶμαι Αὐτός πού πραγματκά εἶναι. Ὁ Ὤν ἤθελε νά δείξει στούς ἀνθρώπους ὅτι ἐκεῖνοι δέν εἶναι πραγματικά· εἶναι, ἐπειδή τό θέλει Ἐκεῖνος νά εἶναι. Σάν νά ἤθελε νά μᾶς πεῖ ὅτι ὑπάρχετε, ἐπειδή Ἐγώ θέλησα νά ὑπάρχετε. Αὐτό εἶναι τό κρίσιμο σημεῖο ἀφετηρίας πού συνιστᾶ τήν τοποθέτησή μας πρός τόν Θεό. Νά καταλάβουμε δηλαδή ὅτι εἴμαστε, ἐπειδή ὁ Θεός θέλει νά ὑπάρχουμε. Ἀπό μόνοι μας δέν εἴμαστε.









